Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΑΝΕΜΟΣ

Ευσπλαχνίζεται το φως την πόλη.
Θεριεύουνε αλλόφρονες στην άσφαλτο οι μέρες.
Ο νόστος των εξορισμένων δυσεύρετος.
Ας στοιχηθούμε σε πικρά χρόνια.
Πανδώρα μου ώρα!
Μάθαμε κι εμείς να σηκώνουμε κρυφίως τα τείχη μας,
μας έντυσαν με βράδιασμα οι δρόμοι,
κρυφές ρωγμές τα βλέμματά μας στοιχειώνουν.
...........................................................................................................................................

Αθέατες Ημέρες Σταύρωσης
Ιδού επιστρέφει στον αγκαθώνα των ημερών
διαισθανόμενος την απόκρυφη Θυσία που επέρχεται.
Επικρέμαται η προδοσία επικρέμαται.
Προσπερνά τα διόδια της μνήμης
κι επανακτά τον έλεγχο της ουτοπίας
από τις ριπές της άναρχης σκέψης του,
ακροβατώντας στην άμμο του Χρόνου.
Αναμετράται με τα ύψη του μεταλλικού του κόσμου
με κείνη την Απουσία στο πλάι του, που δεν την ονοματίζει
αλλά τη ζωογονεί με μονοσύλλαβες εντάσεις
δίχως των καιρών τα παλιομοδίτικα.
Όλα σπαράζουν ολόγυρά του από τη χορευτική ομίχλη
που ωσάν Σαλώμη συμμαχεί με το αναπότρεπτο.
...............................................................................................................................................

η πόλη πεθαίνει πριν από μας
οι δρόμοι της πλημμυρίζουν με σένα
το γυαλί αντικατοπτρίζει το πέρασμά σου
σε χιλιόμετρα ώρες και το κλέβει λυγμικά
η απολογία του τσιμέντου μας δεσμεύει
τα θραύσματα της λύπης άρπαξαν το μερτικό τους
καθώς τα φώτα σε πενθούν, ύστερα σ' ανασταίνουν
σε πετρόσχημο είδωλο με άθροισμα πλήθους
παντού αποφαίνεται η άδηλη μοναξιά - οξιά σταυρωτή
με καρφιά σκουριασμένα
η γεωγραφία των βημάτων αποστρέφει το πρόσωπό σου
και η διαλεκτική εξαργυρώνει ερήμους
χάλκινη νύχτα σε ονοματίζει με φθόγγους της πυράς
που άναψαν οι σπινθήρες των ματιών σου

στων διαδρομών την ολονυχτία αφέθηκα αορίστως
σε όσα υποσχέθηκαν στους σταθμούς
οι εκφωνητές των αναχωρήσεων με τη σφραγίδα του ανέλπιδου
πόζες της αθανασίας ανασκευάζουν τη νομοτέλεια του τέλους
η κλεψύδρα της σελήνης σταμάτησε το χρόνο
και τ' όνειρο σμιλεύει τ' αγκάθια του
με άγρια θάλασσα θηλάζει τα μυστικά της η ψυχή
κι ο νόστος το κορμί με πόθους λαμπαδιάζει
-
τις αυτοβιογραφίες από καρδιάς
αποζητά το Φως - ο άνεμος να τις ξεφυλλίζει,
η μέρα να τις διαλαλεί, και το κύμα να τις ταξιδεύει
καθώς στα σημεία στίξης, ο αναγνώστης - ωσεί παρών
θα εκγυμνάζει την εθελούσια συμπόρευσή του
-
τ' ασήμια της θάλασσας - στο περβάζι του πόθου -
μου φανέρωσαν το νησί σου - ναυαγός ξανά -
και να που στην ακτή σου ξεθάρρεψα,
προσμένοντας της φωνής σου το κάλεσμα,
μέσα από τους παφλασμούς των κυμάτων
όμως μόνος, με τους αέρηδες της οδύσσειάς μου
εγείρομαι, και ιχνηλάτης σε εκμαγεία ονείρων υπερίπταμαι,
μέχρις ότου η τρικυμία να σβήσει
-
παράξενη αίσθηση, μα και θολή με παροπλίζει 
ήχος παλλόμενος στα ακροδάχτυλά μου
σα βέλος ανάμνησης που λάβωσε μια σκέψη 
ψάχνοντας ανεκπλήρωτα ταξίδια να τη θρέψουν
-
κοιτώντας το ταβάνι τις νύχτες
στο μοναχικό του δωμάτιο
χανόταν, ακολουθώντας τα ίχνη
του ονείρου του που όλο και περισσότερο
απομακρυνόταν από το φως της λάμπας
του στύλου της ΔΕΗ, όπως τρεμόπαιζε
από τις γρίλιες του παραθύρου του,
στο ημιυπόγειο που διέμενε

κάπου κάπου συλλάβιζε τ' όνομά του
μήπως και συναντήσει τον αποδέκτη του
μόνο η σιωπή έγνεφε καταφατικά
με τις σκιάσεις που σκόρπαγαν
τα λόγια της ομίχλης, στις ραγισματιές
της ανυπόταχτης σκέψης του
-
από παιδί αμάθευτο κρυφά μιλώ στον άνεμο
εκεί στα Όρη τα Λευκά έως και της Σιών τη γη
με μια πνοή αστείρευτη λυγίζει και το θάνατο
και με τους ήχους του φωτός πλάθεται και μυσταγωγεί

μες στη Φαιστό με πλάνεψε μ' ονόμασε Ραδάμανθυ
μου 'δωσε σκήπτρο της φωτιάς το λίβα να με προσκηνά
και με χρησμό διθύραμβο μου τάζει τόπο άγραφο
θνητός εγώ να πορευτώ μες στης σκιάς μου τα δεινά

σε ποταμού το μαίανδρο με κύκλωσε και μ' έχρισε
αλχημιστή των στεναγμών το δρόμο του να μεριμνώ
και σε ακτή αδιάβατη σα φάρο του με έστησε
με ψαλμωδίες του βυθού το πέρασμά του να υμνώ
ανεμοστάτης τ' όνειρο ριγεί καθώς τον μάχεται
και κείνος τρίζει τ' αβαθή θάλλει του κρίνου την ψυχή
μα της καρδιάς το ράγισμα σα μαχητής ορέγεται
θρηνεί σπαράζει θολερός κύματα πόθων αντηχεί
με ριζιμιό το νόστο μου μαζί του αναλήφθηκα
σε κόσμους άφαντους να βρω νάμα ψυχής, και ασκεπής
προσκυνητής σε άδυτο, στο φως το ελιξήριο
ν' αναστηθώ ως φτερωτός (ενεός), να ζω σε λάμψη αστραπής
-
αν δείτε κάποιον Άνθρωπο
να κυνηγά τη Σελήνη στους νερόλακκους
μουσκεύοντας τα παπούτσια του
μην τον προσπεράσετε αδιάφορα
σιωπηλά τρυγά το ασήμι της
φωτίζοντας τα μάτια του κόσμου
-
σε νεφελών το ξέσπασμα αναδύονται
τα γυάλινα μάτια της θύμησης
με άλλη θωριά ο χρόνος τα κυκλώνει
με ήχους απόκοσμους 
σε συχνότητα φασματικών Αγγέλων
το όνειρο τα διαχέει στο φως, πριν
την πτώση τους ή την ανύψωσή τους
στα πεδία της Αθανασίας
το χρώμα, δίνει στη μορφή τους ανάσα
ως τελευταίο παρασύνθημα
στην κίνησή τους, ακόμα κι αν είναι σφαλιστά
-
στήνει ξόβεργες φωτεινού ανέμου η παρηγορήτρια νύχτα
τους αμύητους ταξιδευτές με θαύματα να μεθύσει
γεννά ήχους στις μετόπες του ονείρου και
αναστέλλει το περιχαρακωμένο δρομολόγιο της μέρας
θέλει το κορμί αλχημιστή καιρό, μάγισσα ώρα
την απόκρυφη τρικυμία να καταλαγιάσει
-
το Φως, μας αφουγκράζεται και στο σκοτάδι
και κείνο το παιδί που σπαράζει
στ' άγρια μεσάνυχτα, στο ενύπνιό μας
είναι το παιδί που φυλακίσαμε εντός μας
-
θαρρείς και τον κατηύθυνε ένας άνεμος τροπαιούχος

στους καθρέφτες της σκέψης του δεν έβλεπε τον εαυτό του:
ήταν ένας άλλος, μια απρόσιτη φιγούρα εμπόλεμη,
και καθώς περνούσε από το Κομμένο Μπεντένι,
η πετρόχτιστη πύλη τον υποδεχόταν λες ως μέγα εκδικητή
μιας ολέθριας μέρας, που είχε ανατρέψει
τον κόσμο του όλο, ωσάν θριαμβικό κύμα
που σάρωσε όσα τον σκιαγραφούσαν ως άτομο

μετρώντας με το βλέμμα του το τείχος εμπρός του, και
με βαρύ βήμα ανέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια του, όπου σε λίγο
βρέθηκε σε μια του άκρη, υψιτενής κι αγέρωχος
- ο οιωνοσκόπος καιρός εν κρυπτώ τον οδηγούσε -
ενώ από κάτω του έχασκε το ανηλεές κενό
του οχυρωματικού τείχους της παλιάς πόλης

- το βέλος του Χρόνου έχει την ίδια φορά στην κάθε ύπαρξη -
οι σκονισμένες πικροδάφνες στο διάβα του,

ανέμεναν σαν μυροφόρες την έσχατη ώρα του να στεφανώσουν

το τιτίβισμα ενός πουλιού, παρασύροντάς τον,
τον έβγαλε από τη σκοτεινή σιγή
και γύρισε το κεφάλι του να το παρατηρήσει,

φτεροκοπούσε τριγύρω του,
στα μάτια του αντίκρισε την όψη του πεπρωμένου του
ν' ανοίξει τις φτερούγες του και να πετάξει στο Φως, πρόσταζε

από τη ραγισματιά της απουσίας ξεπηδούσαν κελαηδισμοί
και χρώματα, ετοιμάζοντας καινούρια δρομολόγια του παντοτινού παρόντος

το απόβραδο τον βρήκε καθισμένο
στην ολάνθιστη αυλή του πατρικού του με τις ευωδιές των αναμνήσεων
να κοιτάζει με απέριττη γαλήνη, και κατάματα τη μάνα του
-
στους αρμούς του πελάγους
αναδύθηκε η απουσία
αρματωμένη, κυοφορώντας
τη φθορά του Χρόνου
και επιτύμβιες πλάνες σωρεύοντας
στην εσώτερη ραγισματιά
συνάγει αιτιάσεις αποστάσεων
ωσάν προανάκρουσμα μιας χίμαιρας
φεγγίζει το ρίγος του βλέμματος
και στον ορίζοντα, λάμνει
με κατάνυξη το αναπότρεπτο

άνεμος οξύρρυγχος καθελκύει
αύτανδρες λέξεις, κραυγάζοντας
εκείνο που ποτέ δεν ειπώθηκε
σε κέλευσμα πάμφωτου καιρού,
μονάχα σαν τόπο ερέβους αποθέωνε
-
στο βρώμικο τασάκι,
το τσιγάρο ακόμα σιγόκαιε,
καθώς οι σκιές στους τοίχους
έστηναν μια παρωδία σιωπής
-
σε άγονη γραμμή λαθρεπιβατών λυτρώσεων
από καταβολής Λόγου ανεμοδέρνω
ανώνυμος του θέρους εποχούμαι
με ρούχο ηλιόκτιστο σε ουρανομήκη προορισμό
σώμα εμπόλεμο
σε ανεξιχνίαστο παρόν
ρωγμή που φωτίζει το άφατο
ένοικος των αποστάσεων κι απότοκος
καθώς διασχίζω
αδιόρατους κόσμους
-
στις φούχτες των βράχων σωρεύτηκαν
λέξεις ακανθώδεις με ντύμα αλισάχνης και
με αφήγημα απαρεμφάτων
δρομολογώντας συμβάσεις σε όσα
το μπουλούκι των στιγμών απέδωσε εναγωνίως
οι αντωνυμίες προελαύνουν σε θεάσεις των αμμόλοφων
αλφαδιάζοντας το επικλινές μιας σύμπραξης
που αιωρείται απρόσιτη με ονοματεπώνυμο: θρήνος κυματώδης
τα ρήματα άφαντα αποδόμησαν πριν την έλευση του παρόντος
το αίτιο και αποχώρησαν με ανυπόγραφους αυτοσχεδιασμούς
οι αντικατοπτρισμοί των επιθέτων ωσάν γεωμέτρες απήλλαξαν
την συντροφικότητα των ουσιαστικών και τα ενέταξαν στην οπισθοφυλακή της επερχόμενης αιθρίας: το Φως στην απόσβεση του Ελεήμονος Χρόνου
ανεόρταστα επιρρήματα συνωμοτούν με τους σχοινοβάτες συνδέσμους στην απροσπέλαστη μέρα
ενίσταμαι εκτιθέμενος
-
η άμμος καλαφατίζει τις παλίμψηστες χαράξεις
απόμακρων οδοιπόρων
κατάφαση η κλεψύδρα του ανέλπιστου στα κατάβαθα της ύπαρξης,
ημερεύει με τις φτερούγες του ανέμου
και με την πολύβουη σιωπή των άστρων
με χορδές κυμάτων ιερουργεί η ζείδωρη ανασεμιά
στην παράκτια ικεσία του αταξίδευτου νόστου
-
μετανάστης άμαθος ο δρόμος μου σήμερα,
με επίπλαστο κάλεσμα με καθοδηγεί,
ανυψώνοντας ενστάσεις στο κιγκλίδωμα της μέρας,
σωρεύει μνήμες αλλοτινών εποχών στους βηματισμούς των περαστικών και
πλειστηριάζει, όνειρα ληξιπρόθεσμα της προηγούμενης νύχτας
-
Η σιωπή έδειχνε ένα φως ανέγγιχτο
με γονυπετείς οριογραμμές. 
Ένα αγριολούλουδο της Κρήτης 
μ' ένα πουλί συνομιλητή του, ήταν η μετενσάρκωση του Νίτσε.
Ένα προσαραγμένο πλοίο σε βραχώδη ακτή
- διατράνωνε νυχτερινές διαδρομές
χαράσοντας ενάντιες πορείες.
Την παλίρροια από ουράνια ύδατα σε πάνδημους προορισμούς.
Λέξεις όπως θώπευαν έναν πυρφόρο συλλογισμό.
Έναν αδόκιμο θάνατο τυφλού πουλιού
- αρνούμενο το τετελεσμένο γεγονός, είχε αναστηθεί στην Καλκούτα
αιτιολογώντας, ωσάν βίο αβίωτο την πράξη του.
Την καιόμενη βάτο στα Λευκά Όρη καθώς είχε σημάνει,
μυστικό συναπάντημα ψυχών.
Έδειχνε κι εμένα, ειρηνοποιό αγγελιοφόρο
σ' έναν απρόσιτο εαυτό μου
- το μαχαίρι άστραφτε στο κρυμμένο του θηκάρι.

-
Καθισμένη μπροστά στο παράθυρο η Ξένη, αγνάντευε την τρικυμισμένη θάλασσα - όλα συντελούνται μεταξύ ορατού κι αοράτου, σκεπτόταν. Τα κύματα που όλο δυνάμωναν κτυπούσαν την πρόσοψη του σπιτιού της και σώρευαν στο πάτωμα βότσαλα και φύκια, ανακατεμένα με υπόλοιπα ζωής άνευ σημασίας. Το καράβι στη μικρή προβλήτα με σπασμένους τους κάβους έπλεε ακυβέρνητο στις όχθες των ματιών της. Άξαφνα στο παραπέτασμα της μέρας, σχηματίστηκε μια πόρτα που εισέρχονταν λαθρεπιβάτες του Χρόνου Άχρονου, ανεμίζοντας πειστήρια ενός αθέατου κόσμου. Ένα αδιόρατο φέιγ βολάν στην ατμόσφαιρα από φώσφορο μνήμης, διαφήμιζε τις επισκέψιμες ώρες στον κήπο της Εδέμ (νεκρομαντείο ψυχών) που υπογραφόταν από το σύλλογο: Πεπτωκότες Άγγελοι. Στην άλλη άκρη της αόρατης σκηνής, ένας θεατής με το τηλεκοντρόλ, ανατίναζε το Μυστικό Δείπνο δώδεκα παιδιών, θυσία σ' έναν άφαντο Θεό. Η νύχτα πλησίαζε με ρομφαία αποκαθηλώνοντας σώματα τρόπαια των αριθμών, με κινέζικους κωδικούς.
(Έμαθα να επιχειρώ - σε ατραπούς με αστραπόβροντα - στο απαράβατο της σκέψης σου, στη δική μου θα βρεις ανέμους συντρόφους που με ταξιδεύουν πέραν από επιστασίες ανθρώπων.)

-
Βρέθηκα σε πυρές νεκρικές 
και σε ομιλούντα ύδατα.
Ήταν η μυστική σύναξη της Σελήνης 
με άυλους συνομιλητές.
Κάθε τόσο αντηχούσε ο βρυχηθμός ενός θηρίου
από άγνωστη προς εμένα κατεύθυνση.
Ένας άγγελος με κοσμική περιβολή
- οι υπερυψωμένοι του ώμοι τον πρόδιδαν -
γέμιζε τα ποτήρια μας με απόσταγμα μνήμης.
Το διαλαλούσε η παλίμψηστη γραφή 
στα σανσκριτικά στην κάθε του κίνηση. 
Όταν τον ρώτησα από που ακούγεται το θηρίο
μου απάντησε χαμηλόφωνα: από μέσα σου.
Πέρασαν μέρες κι ακόμα δεν ενθυμούμαι
σε ποια κατάσταση (διάσταση του Χρόνου)
βίωσα αυτό το γεγονός
σε ποιο αρχαίο ποτάμι αναρίγησα
και ποια ενιαύσια μετεώριση με απήγαγε.

-
σε αποτύπωσαν τα μάτια μου
ως την άκρη του Χρόνου
με πελάγων εξαπτέρυγα
και με λάβαρα δοξαστικά

σε αποτύπωσε το κορμί μου
και με αστρικό φως
από τη γέννα σου σ' έντυσε,
η μορφή σου ριγεί
τα συθέμελα της ύπαρξής μου
σε αποτύπωσε η μνήμη μου
και ο κάθε αρμός της εικόνας σου
γίνεται σταθμός
στο αχάρακτο ταξίδι μου
υπάρχεις κι αναδύεσαι
πριν από αιώνες
από τη φωτιά της ανάσας μου
και τον άργιλο της πλάσης μου
από τα μάτια σου φωτίζεται
η απόκρυφη πόλη των ονείρων μου

-
Ιχνογραφία νερού διανύει το δρόμο σου.
Ποντοπόρα καράβια όλες οι λέξεις σε διασχίζουν.
Κρατήθηκα πάνω τους κι ανοίχτηκα σε αφιλόξενη θάλασσα
με ρότα τους ήχους των κυμάτων.
Με άγνωστους ορίζοντες θ' αναμετρηθώ,
και μαύρου ξωτικού το κάλεσμα θ' απαντήσω
καθώς η φλέβα του ανέμου σάρκα μου έγινε.
Όμως δεν ήσουν εσύ, κάποια υπόσχεση
φόρεσε το σώμα σου, σε αθέατη μέρα.

-

αν ψάξεις το βλέμμα μου
θα βρεις ωκεανό - δίχως του δεν υπάρχει δρόμος-
αν βάλεις το αφτί σου στη σκέψη μου
θ' ακούσεις σφυρίγματα πλοίων και τρένων
(δραπέτης σε κρυμμένα χρόνια, με καμένες λέξεις,
αφήνω σημάδια στην τέφρα πανάρχαιων άστρων)
αν κοιτάξεις το πέλαγο
θα δεις τ' αχνάρια μου
αν θελήσεις στ' αληθινά να με συναντήσεις
θα με βρεις σε δικές σου ετοιμόρροπες μέρες
στα δικά σου αναπάντητα ερωτήματα
- σε άγριας νύχτας το αλφαβητάρι -
γιατί είμαστε συνταξιδιώτες στο Χρόνο
κι όμως ποτέ δεν πρόσεξε ή άκουσε ο ένας τον άλλον
-
Κοίτα. Μέρες μαραίνονται και νύχτες χαμηλώνουν.
Η χαραυγή που έφτασε φέρνει την καταχνιά
ληστρικά. Κι αν στο σπίτι σου ανθεί κρυφίως η ερημιά
η σκέψη θρέφει απόηχους κι οι ρωγμές σου τη γη ματώνουν.
Σωρεύεις πέτρες στη ματιά. Μακρύ καιρό στη λήθη.
Με της καρδιάς τον άνεμο μιλάς με τα πουλιά
άηχα. Μα την αγρύπνια που γροικά σαν λόγος που εκρίθη
ποιοι θα την κάνουν δρόμο τους μέσα στην ξενιτιά.
Σου απολείπουν θαύματα. Σου ράγισαν τις λέξεις.
Χρόνια και μαστορεύανε τ' άχρονα της ψυχής
μυστικά. Σηκώνουν λόγχες σταυρώσεως, το πέρασμα θα πέσει
σκουριά θα βγάλουν οι αρμοί του δρόμου, απαρχής

-
η αγάπη δεν είναι
στοιχείο συμψηφισμού
ούτε κι αθροίσματος
δεν επικαλύπτει
συναυτουργίες εγωπάθειας
και ατομικισμού
δεν παραφράζεται
κι ούτε ορίζεται
από κείμενα καλολογικά
ή και εξ αποκαλύψεως
το μόνο που κάνει
είναι να διαχέεται
ωσάν ήλιος στις καρδιές
και να ανυψώνει
τις συνανθρωπίες
η αγάπη και το μίσος είναι:
οι δύο αντίρροπες δυνάμεις
(πόλεμος και ειρήνη)
κι ο σπινθήρας της Φύσης - Θεός
που δημιουργούν
την κίνηση και την προοπτική
της ίδιας της ζωής
-
μη γίνεσαι η σκιά στους φωταγωγημένους
(σε είδωλα πάσης φύσεως και στους χειραγωγούντες)
ο κάθε Άνθρωπος είναι αυτόφωτος
από τη φύση (του) και το πεπρωμένο του

..........................................................................................................................................................

Είμαι ο Άλλος
όχι αυτός, ο διπλανός του,
όχι στην πίσω γραμμή,
όχι όχι εκείνος
Είμαι κάτω από την κολόνα της ΔΕΗ
όχι όχι να, περπατάω
κοίτα προς τη φωτεινή βιτρίνα,
ναι ναι, αλλά τώρα χάθηκα στο πλήθος
Μα ποιος είσαι:Ποιος με ψάχνει;
Ο άλλος σου Εαυτός,
ήμουν παιδί και μ' εγκατέλειψες, θυμάσαι;
Κι είμαι παιδί ακόμα
Σε μια παράκαμψη του δρόμου σου
μ' άφησες μονάχο μου, κι ορφάνεψα
Κι όλο σε βρίσκω σε ξένους τόπους
κι ύστερα πάλι σε ξαναχάνω

-

τη γέννησαν τα βράδια μου
την έντυσαν με φώτα
και τώρα κύκλους κάνουμε
στη θέα τ' ουρανού
απόμακρο το βλέμμα της
σε χρόνο παρελθόντα
διάφανη στο πλάι μου
απούσα και παντού
ο λόγος της αλλοτινός,σ' ασπρόμαυρη ταινία
σαν έργο που το έγραψε του δρόμου θεατής
ανύποπτη παράσταση που γράφει ιστορία
και γίνομαι για μια στιγμή του πόθου πειρατής
απρόσιτη κι αέρινη
τις σκέψεις μου ξοδεύει
μου δείχνει δρόμο άγνωστο
μα πως να πορευτώ
της νύχτας τους απόηχους
φορά και με μαγεύει
με παίρνει στο ταξίδι της
σε όνειρο τρελό
-
τ' άστρα και το ολόγιομο φεγγάρι
τον κήπο κάναν σπιτικό
γιορτάζουν τους πρώτους σπαραγμούς
των νυχτολούλουδων
εκεί απρόσκλητο
το ανυπόμονο αεράκι
αίρει της σάρκας το σύνορο
όσο τα μάτια ψηλαφούν
του ονείρου την ανυπόταχτη παρουσία
θαρρείς και η εξομολόγηση
σε κοινόβιο αισθήσεων
παίρνει άφεση αμαρτιών
καθώς ζυγιάζει
την ανθρώπινη συντριβή
πριν τη θέωσή της
-
βλέπω να σαλπάρουν τα καράβια στο λιμάνι
κι έχω ένα κόμπο στο λαιμό
νιώθω σα να φεύγεις κι η φωνή μου δε σε φτάνει
κι όλα γέρνουν προς τον παιδεμό
αν δεν πονάς μ' ότι αγαπάς κι αν δεν ποθείς
θα τ' αρνηθείς να θυμηθείς θα πληγωθείς
κρυφά μου λεν δυο στεναγμοί
δυο λογχοφόροι λογισμοί όταν στο τέρμα θα βρεθείς
θα χαθείς σε μια προβλήτα νύχτα μόνος αν σταθείς
τόσοι έρωτες για δες πως καταλήγουν
λυγούν θρηνούν και οι αέρηδες τυλίγουν
σε αποβάθρες σε προβλήτες και σε στάσεις
πουλιά τα όνειρα πετάνε και θα χάσεις
μου λένε δύο στεναγμοί δυο λογχοφόροι λογισμοί
αν δεν πονάς μ' ότι αγαπάς κι αν δεν ποθείς
θα πληγωθείς να το θυμηθείς
-
μαγεύεις του καιρού τ' ακροατήριο
και φωτογράφος ήλιος σ' ανατέλλει
με πλάθεις στων ματιών σου το χυτήριο
και ρίχνεις στην καρδιά μου μύρια βέλη
κι εγώ με της ζωής μου τα δεινά
στους άφτερους ανέμους σου λυγίζω
με λόγια που μου βγαίνουν ταπεινά
και σαν παιδί στο φως σου τριγυρίζω
μια σύναξη οι δρόμοι στήνουν σήμερα
και βήματα φωτίζουν μιαν ελπίδα
το βλέμμα σου του πόθου μου τα σύνεργα
σε χάραζαν στο φως μου ηλιαχτίδα 
-
έριξα την πίκρα στο ποτήρι μου
άναψα τσιγάρο για χατήρι μου
βγήκε το μαράζι κάνει σαματά
κι η αγρύπνια τρέχει ποιος τη σταματά
άδικο να φεύγει ότι λάτρεψες
και να μένουν μόνο τα γιατί
να ρωτάς ποιος φταίει και που λάθεψες
να σαι το καμένο εσύ χαρτί
έβαλα να πιούν κι όλα τα όνειρα
κάνουν πως με νιώθουν τα παμπόνηρα
γύρω μου οι ώρες κάνουν σαματά
κι ότι θέλω φεύγει και δε σταματά
κάτι θέλει να μου πει κι η νύχτα μου
έλα της φωνάζω τώρα ρίχτα μου
γύρω μου και κείνη κάνει σαματά
κι ότι αγαπάω δε με σταματά
-
απρόσκλητη στα βράδια μου
η μοναξιά μου δείχνει
πως όλα κύκλους κάνουνε
και χάνονται στο φως
απόμακρη το χάραμα
βολτάρει μες στον κόσμο
διάφανη στο πλάι μου
σαν άλλος λογισμός
ενάντια στη λογική
στέκεται και προσμένει
εκείνο που δεν πρόλαβα
να ζήσω να χαρώ
ο λόγος της πειρατικός
σε κόντρα ρόλους παίζει
ποντάρει στο απρόσμενο
με βλέμμα αυστηρό
απρόσιτη στα βράδια μου
σιωπά και ξενυχτάει
μου δείχνει δρόμο άγνωστο
να βγω να πορευτώ
με σπρώχνει στα παράλογα
κοιτά κι αποτυπώνει
τους λόγους που με φτάσανε
την πίκρα να γευτώ
-
τις φελούκες μες στο Νείλο παρασέρνουν τα νερά
κι ο αγέρας που φυσούσε ξεμακραίνει στη στεριά
δεν του δώσανε μπαξίσι μόνο αναστεναγμό
και απόμειναν να πλέουν δίχως πια προορισμό
ένας μάντης περασάρης τους το είπε καθαρά
πως μαζί του ταξιδεύουν και Θεοί και ξωτικά
και το τάμα τους να κάνουν και στο Θωθ τον οδηγό
κωπηλάτη των ονείρων του Αλλάχ σηματωρό
ένα όμορφο αγόρι που τον έλεγαν Χαλίλ
τον προφήτη το Μωχάμετ μες στον ύπνο του καλεί
του ζητάει να χει τύχη στο μικρό του το σκαρί
και του ποταμού η χάρη να του δίνει προκοπή
τον παράδεισο του ξέρει πως το λένε Ασουάν
είναι όλη η ζωή του η ψυχή του και το παν
με τον ποταμό αντάμα γίνεται Θεού σωσμός
και στης Ίσιδας το δρόμο ανασαίνει ο λυτρωμός
ποταμόπλοια οι μέρες και καθρέφτες του νερού
χρωματίζουν τους αιώνες και τ' αχνάρια του καιρού
που η άμμος της ερήμου τα κυκλώνει τα νοεί
με θεόσταλτους ανέμους ανασταίνει τη ζωή
-
περήφανη απώλεια
δε θέλει να πιστέψει
πως όλα κύκλους κάνουνε
και χάνονται στο φως
λικνίζεται τ' απόβραδο
βολτάρει μες στον κόσμο
πεντάμορφη κι απόμακρη
της μέρας μου τροφός
ενάντια στη λογική
στέκεται και προσμένει
εκείνο που δεν πρόλαβε
να ζήσει να χαρεί
ο λόγος της πειρατικός
σε κόντρα ρόλους παίζει
ποντάρει στο απρόσμενο
το τίμημα βαρύ
απρόσιτη στα βράδια μου
σιωπά και ξενυχτάει
μου δείχνει δρόμο άγνωστο
να δω να πορευτώ
με σπρώχνει στα παράλογα
κοιτά κι αποτυπώνει
τους λόγους που με φτάσανε
την πίκρα να γευτώ
-
σε παράσταση δρόμου
τη βραδιά μου επ' ώμου
την αφήνω να παίξει
ένα ρόλο του τρόμου
για να δω ποιος θ' αντέξει
τι αβάσταχτη πράξη
τη στιγμή που φωτίζει
τις ζωές δίχως μάσκες
και ο κόσμος σαστίζει
και τραυλίζει ατάκες
(σα μαινόμενες βάκχες)
να κι ο χρόνος με χλαίνη
σα φαντάρος που γέρνει
μ' απορία θαμώνα
να κοιτά να σωπαίνει
καρτ ποσταλ του χειμώνα
και του στύλου η λάμπα
να στολίζει με στάμπα
του καιρού τη φιγούρα
που χορεύει μια σάμπα
στων ματιών τη χασούρα
αχ ζωή μου φευγάτη
θα μου βγάλεις το μάτι
βρήκες ώρα να παίξεις
μα ψυχή ακροβάτη
δε μπορείς να αντέξεις

Δεν υπάρχουν σχόλια: