Το κύμα σπάει στο ράμφος του γλάρου και
Τους ολόγυμνους πόθους τους ντύνει η αρμύρα, Ο πάνδημος νόστος σκλαβώνει το φως
Ως άλλος δεσμώτης μιας άμαθης θλίψης
Και συνδράμει σε επίπλαστες μέρες,
Σε σώματα τυλιγμένα με άγραφες σελίδες,
Σε νύχτες που τις έντυσαν τα γκράφιτι των δρόμων,
Σε χνώτα άμετρων βίων και σε διαδρομές
Μ’ ετικέτες στοιχειωμένων ωρών
Σκορπώντας, τους εκστασιασμούς της φυγόκεντρης
Παρουσίας του, όπως σέρνει τη μνήμη
Αποκαμωμένη πίσω, ανοίγοντας
Μια δίοδο στα μετόπισθεν του κόσμου.
Μ’ ένα τσιγάρο ξενυχτά στις στάχτες
Ψάχνει τη λήθη μοιράζοντας πρόστιμα καρδιάς
Στους μεταπράτες συλλογισμούς.