Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

ΜΕΤΕΩΡΗ ΠΕΡΠΑΤΗΣΙΑ

Σε ‘κείνο το υπεράριθμο παρόν δε θα με βρεις,
Όπως και σε οχλαγωγίες και σε άπραγες συνάξεις,
Μόνο στο απέριττο και στο έλασσον θραύομαι.

Της μνήμης το εκκωφαντικό δεν προσκυνώ,
Και τους διθυραμβικούς κτήτορες της,
Μες στην αβυσσαλέα ερημία της κατακρημνίζω.

Ειδωλολάτρης είμαι και προσκυνώ, εκείνο που αχνοφέγγει,
Και που ποτέ να το θωπεύσω δεν μ’ αφήνει,
Κι όταν με κατακλύζει ο κόσμος μου χειμάζεται,
Ενώ η οδύνη μου άφωνα του εκτοξεύει μύδρους του πένθους.

« τ' ονοματίζω του Ίμερου έμβρυο που επί του πηλού σπαράσσεται 
όσο ο χρόνος της θυσίας, επίορκος, αναδύεται από αύτανδρη γη»

Είναι ‘κείνο το αδηφάγο πένθος του καιρού κι ανήλεο,
Με το αδάμαστο έλλειμμά του, που ποτέ
Δεν καταλαγιάζει, ωσάν μετέωρη περπατησιά
Στου ανεκπλήρωτου το δρόμο τον αχάρακτο.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

ΗΧΩΠΛΟΟΣ


Λούστηκε ολάκερος με φως
Ώσπου χάθηκε άβιος
Μα και ηχώπλοος  στα νερά
Των αντικατοπτρισμών
Της Χρυσηίδας σελήνης.
 
Ο χρησμός της μάντισσας 
Αμφιλύκης, είχε τώρα επιτελεσθεί,
Τον οδοιπορούσε προς την πύλη
Του αδιόρατου πόθου
Και στο άβατο της ειμαρμένης.

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

ΑΤΕΛΕΣ ΚΟΣΤΟΣ


Θέλησε ν’ αντιγράψει
Φθόγγους και εικόνες των αντικατοπτρισμών
Σε μεγαλειώδεις κυματισμούς της λήθης,
Όμως του Είναι ο βυθός με πραότητα,
-Εχέφρων μα κι υπερκόσμιος- ανέμενε
Το επερχόμενο της μετάβασής του.

Θέλησε να τον καταδυναστεύει
Η ουτοπία της Αθανασίας καθώς
Στα ρείθρα των καιρών, ωσάν σελίδα
Άγραφη τον διηγείται εκτενώς.

Άφησε ως προπομπό τη θέαση
Να του αποδίδει εφησυχασμούς
Στην κυκλικότητα του χρόνου

Ο καθρέφτης του όμως τον αποθανατίζει
Στήλη  άλατος μ’ ένα τριαντάφυλλο
Στο χέρι, να λασπώνει με το αίμα του
Τις ανώνυμες στιγμές του

Τέρμα σιωπής σε πορεία απόηχων.

Οπισθοφυλακή ήταν κι άκουγε μόνο τους ήχους
Υπερφίαλων ωρών, όσων ανθοφορούσε
Σε τοίχους και σε διαβάσεις αδόκιμων
Δρομολογίων, σε ενύπνια της ημέρας.

Άφησε να τον εποφθαλμιά
Η περατότητα του νόστου του
Στο μη υπάρχον μιας άλλης υπόστασης και,
Που μόνο ανάκουστα επιφωνήματα
Ερμήνευαν  την παρουσία του.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ

Θεέ μου όταν θα περνούν οι άνθρωποι
Από θολό ποτάμι, δώσε τους
Άνωση καρδιάς,
Να πορευθούν εν ειρήνη.

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

ΖΥΓΑΡΙΑ


Ποτέ μην κάνεις την αόρατη
Ζυγαριά προέκταση του χεριού σου,
Ζυγός σου θα γενεί και αλυσίδα,
Εσύ γεννήθηκες φτερά στους ώμους σου
Να φοράς, τούτο τον κόσμο να θωρείς
Από τις βουνοκορφές και να το συμπαθάς

Κι  όταν θα σ’ αγναντεύουν
Οι καταφρονεμένοι και της σκιάς
Οι σκλάβοι, να παίρνουν θάρρητα,
Το πέταγμά σου να μιμηθούν,
Κι αν δύο βήματα κάνουν δίχως
Το χώμα να πατούν, θα ‘ναι το κέρδος
Πιο μεγάλο κι από το πέρασμα
Ενός ολόκληρου ωκεανού.

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Η ΚΑΡΕΚΛΑ

Ο τελευταίος ένοικος της καρέκλας φεύγοντας
Είχε αφήσει δίπλα της ένα ζευγάρι
Παπούτσια φρεσκοβαμμένα και γυαλισμένα,
Ένας περαστικός άοπλος της μνήμης τα πήρε και τα φόρεσε,

Μα μία εσώτερη φωνή λυγμική τον απομάκρυνε
Δίχως ν' αποδεχτεί να γίνει ο νέος κάτοχός της, 
Όμως σε λίγο αυτά τον οδήγησαν χωρίς να το ξέρει
Στην πορεία του άλλου, σε δρόμο αχαρτογράφητο,
Ωσάν άβουλο και δούλο του Χρόνου Άχρονου.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΘΑΚΗ


Γέμισε τη χούφτα του με θάλασσα
Κι έπαιζε σα μικρό παιδί τραγουδώντας
Ακατέργαστες λέξεις με αναίτιες χειρονομίες,
Λες και έπλαθε αέρινες φιγούρες
Όταν ξαφνικά ανακάλυψε μέσα της να πλέει
Ένας ταξιδευτής μες στην οδύσσειά του
Γυρεύοντας τη δική του Ιθάκη,
Τότε προχώρησε ντυμένος όπως ήταν
Με τα ρούχα του και χάθηκε στα βαθιά νερά,
Είχε βρει επιτέλους το σύντροφό του,
Για το μακρύ ταξίδι της ζωής.

Ήταν ο τρελός της ακτής κι ο απόμακρος
Όπως τον αποκαλούσαν χλευάζοντάς τον
Οι αύτανδροι θαμώνες στην άμμο.