Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΞΕΝΙΤΕΜΟΣ

ξενιτεμός να βλέπεις τ' άστρα απ' την πόλη
και το τσιμέντο να στοιχειώνει μαρτυρίες
στων φωτεινών επιγραφών τις εξορίες
κι η λησμονιά να καταπίνει αιθανόλη
οι εποχές να καταγράφουν παρουσίες
με τα κομπιούτερ και με μάτια σιδερένια
η μοναξιά να σε καρφώνει στην κουβέντα
και να ματώνεσαι μ' ανθρώπων απουσίες
μαντατοφόρος ο καιρός με πανοπλία
να τον ακούς και το κεφάλι σου να σκύβεις
και τ'αποθέματα ονείρων σου να κρύβεις
μα κείνος ξέρει να οσφραίνεται τη λεία
σου ξεπουλάνε τη ζωή σου κι όπως τύχει
είσαι λαχνός που σε κληρώνουν και μυραίος
μέσα στον όλεθρο του κόσμου ο τυχαίος
ο σχοινοβάτης που τον κύκλωσαν με τείχη

ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ ΑΝΟΙΞΑ

με πάθος φίλησα μια νύχτα τη φωτιά
κι από τις στάχτες μου εγώ κορμί ανάστησα
στην παραζάλη μου μου πήρε την καρδιά
κι ότι 'χα έδωσα και τίποτα δεν κράτησα
φτερούγες άνοιξα και πέταξα μακριά
ποτέ πια τίποτα για μένα δε θα μάθετε
πνοή τα κύματα μου 'δωσαν και νησιά
να σας φυλάω όσα όνειρα ξεχάσετε
στους ταξιδιώτες θα μοιράζω ξενιτιές
εκεί ο έρωτας προσμένει και πορεύεται
με μαγεμένους που τους πήρε τις ψυχές
κι από τα μάτια τους ως θαύμα εκπορεύεται

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Η ΜΟΡΦΗ ΣΟΥ

σε αποτύπωσαν τα μάτια μου
ως την άκρη του Χρόνου
με πελάγων εξαπτέρυγα
και με λάβαρα δοξαστικά
σε αποτύπωσε το κορμί μου
και με αστρικό φως
από τη γέννα σου σ' έντυσα,
η μορφή σου ριγεί
τα συθέμελα της ύπαρξής μου
σε αποτύπωσε η μνήμη μου
και ο κάθε αρμός της εικόνας σου
γίνεται σταθμός
στο αχάρακτο ταξίδι μου
υπάρχεις κι αναδύεσαι
από τον πηλό
και τη φωτιά της ανάσας μου

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

ΟΤΑΝ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ


Ένα τασάκι μ' αποτσίγαρα, επικαλύπτει
τη φιλοπόλεμη τάση των λέξεων, 
ωσάν ανταπόκριση της περισυλλογής
– εφεδρείες στη θητεία του αειθαλούς λόγου.
Το ηλεκτρικό τρυπάνι στην οικοδομή απέναντι,
κομματιάζει του ανέμου την υπεροψία,
ενώ στις παύσεις του, ακούγεται
ένα αραβικό τραγούδι στο τέρμα του αδιέξοδου
καθώς, η σκόνη από τη Σαχάρα, επικάθεται
στις αλχημείες των δελτίων ειδήσεων.
Ο Παντοκράτωρ Χρόνος
ανασυντάσσεται στις ραγισματιές της μνήμης,
απρόσκλητος κι αιρετικός.
Αποθανατίζεται σε λερές μισοσχισμένες
αφίσες για την εκμάθηση ξένων δρόμων,
καλώντας τους περαστικούς, να συμπράξουν
σε απροσδόκητο ταξίδι, με προσφορές
εισιτηρίων άνευ επιστροφής.
Στο εκμαγείο των ήχων περιπλανάται,
προσπαθώντας να εισέλθει από την κρυφή θήρα
του ανεπίγνωστου,
ώστε ν’ αποδώσει στα ηχοχρώματα τις λέξεις κλειδιά,
που θα ενσαρκώσουν μια απόκρυφη πράξη ενάργειας.
Το λουλουδάκι του γκρεμού τον ανεμίζει.
Άραγε ο τελευταίος κρότος του,
σε ποια αταξία εποχής θα χωρέσει.
Ίσως σε καθρέφτη πένθους
μιας ακόμα ημέρας, Θεέ των άλικων ρόδων.
Κανείς δεν του αναγνωρίζει την ερημία του,
καθώς περνά ασθμαίνοντας ως φαίνεται
το νήμα των προσδοκιών του κόσμου.
Αίφνης η άχραντη προαίσθηση
τον κροταλίζει στον περίβολο
της ασημαντότητας,
ξετυλίγοντας αποστάσεις στη θέαση
του ορίζοντα από μπετόν.
Αυτοδίδακτος στο σκοτάδι φυλλορροεί
στην αυτάρκεια του εφήμερου και
ασυνάρτητος ευδοκιμεί ως απόηχος,
καθώς τον θηλάζει η μέρα,
με τα απολεσθέντα και τα ληξιπρόθεσμα
των βίων.

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

ΦΩΣ


Είπα να επισκιάσω τη σκιά μου
καπνίζοντας αρειμανίως,
καθώς εκείνη γιγάντωνε
μέσα στην ομίχλη του καπνού
από τα τσιγάρα.
Η τηλεόραση – κάδρο υπερκόσμιο –
διαδραμάτιζε την επέκταση του αισθητού:
σε πεδία νοερών πλοκών με θραύσματα βίων,
με μαντείες, μάγους, ατρόμητους
ήρωες των παραμυθιών κι ενδιάμεσα,
με διαφημίσεις ευζωίας κι ευμάρειας
άνευ δασμών ψυχής,·
αποκτώντας δικαίωμα στ’ όνειρο
σε συχνότητες θαυμάτων
στα Ηλύσια πεδία
των εικονικών αθανάτων.
Η σύμβαση της μνήμης απώλεσε
τo μήνυμα του έργου, και δεν αποτυπώθηκε
στην ατμόσφαιρα του δωματίου,
καθώς κομμάτια εικόνων και ήχου
δραπέτευαν στ’ αζήτητα των στιγμών.
Η νύχτα βαριεστημένη αργούσε
να συναντήσει το χάραμα,
προσποιούμενη αργοπορία λόγω,
της μεγάλης κίνησης στο άστρο της Βηθλεέμ.
Ένας στίχος κατέφθασε
παραπατώντας στα χείλη μου,
να συμβάλλει στην ολική έκλειψη
των ματιών μου:
“μ’ ένα τσιγάρο ξενυχτώ
στις στάχτες ψάχνω σπίθα
και σαν αγρίμι αλυχτώ
που δεν μπορώ να ξανοιχτώ
στο φως και στην αλήθεια “
Ακούστηκαν θόρυβοι στην πόρτα.
Παιδικές φωνές τρομοκρατούσαν
της μοναχικότητάς μου την επεκτατική βλέψη ενώ,
οι τοίχοι και τ’ αντικείμενα ξαφνικά,
αποκτούσαν λάμψη,
με χρώματα αναπνέοντα,
και με ανεπίγνωστες,
εκφάνσεις λαμπρότητας.
Άνοιξα και, τα κάλαντα πλημμύρισαν
το άβατο της μοναχικότητάς μου,
με ηχοχρώματα παιδικής αγνότητας.
Όταν τέλειωσαν και μου ευχήθηκαν
“τα χρόνια πολλά” μάζεψα όλους τους
κρυμμένους θησαυρούς των χρόνων μου
και τους απόθεσα μπροστά τους.
Τα παιδιά, τους περιεργάστηκαν αδιάφορα,
με κοίταξαν με συμπάθεια,
και φεύγοντας πήραν μαζί τους
μόνο, ένα μου χαμόγελο.
Όμως με είχαν αφήσει να δω,
όλο τον κόσμο τους.
Θεέ μου, αυτό το φως αναγιγνώσκω.
Εσύ;

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΕΠΩΝΥΜΕΣ ΕΡΗΜΙΕΣ


πωλούνται επώνυμες ερημίες
με διαλόγους απουσίας
σε τέσσερις τοίχους
με τη συνεισφορά αμαρτωλών
ψυχών άνευ μετανοίας
..............................................................................................................................................................

δρόμο άγριου καιρού αψηφώ
βοά το θεριό εντός των ανθρώπων
και τρίζει
μ' ένα του νεύμα τους ξενιτεύει.
στο φως θα κριθεί κι άλλη μέρα δύσβατη,
μες στο παλμό της τρικυμισμένη,
με συνθήματα των ανέμων

σήμα έδωσε λιτό το παρόν
να βγει το θεριό από την κρυψώνα
του φόβου (της μέρας- της νύχτας)
μέσα στα φώτα χάνει τον κόσμο( την αίγλη)
τραβά να κρυφτεί σε μια πίκρα άστεγη
σ' ένα σταθμό με τους ταξιδιώτες
ως ενθύμιο των σωμάτων
...............................................................................................................................................................

ζωές μισές στο κρύο σε βρώμικο τοπίο
μιλάνε στη βροχή
τη μέρα προσπερνάνε στη νύχτα δε χωράνε
και ζουν μια εποχή
ο βίος τους χειμώνας
το ζούνε κατά μόνας
Θεέ και κύριε
κόσμε μυστήριε
χαθήκανε στα χρόνια παρέα τους τριζόνια
με ράγισμα φωνής
στα βλέμματά τους δύουν τη μοναξιά εκτίουν
σε δρόμο ενοχής - ανοχής
σκιές που ζουν σ' αργίες χωρίς επαγγελίες
στου κόσμου τη σιωπή
σπαράζουν και το κρύβουν το κοίταγμα τους στύβουν
σ' ανύπαρκτη ντροπή

...............................................................................................................................................................

στις ανάσες σου στο σώμα
κρύβεις πράγματα ακόμα
δεν τα λες στους μονολόγους
στους προσωπικούς σου λόγους
τα φυλάσσεις στη γραφή σου
στη ματιά και στην αφή σου
των ερώτων ιστορίες
της καρδιάς σου εξορίες
ακούς τραγούδια πλαστικά
ζωή με ανταλλακτικά
έχεις και είσαι μυστικά
το πιόνι μες στ' αρπαχτικά
αχ πως αντέχεις καρδιά δεν έχεις
αναγράφεις την ελπίδα
στη σπασμένη σου πυξίδα
Δον Κιχώτης σε μια πράξη
σ' ένα έργο και: εν τάξει
ονομάτισες το ρόλο
σ' αποθέωσε στο σόλο
της ζωής σου το εμπάργκο
και στο ματς κι εσύ στον πάγκο
μες στης πόλης σου την άκρη
περιφέρεις ένα δάκρυ
που εντός του πλέουν πλοία
σε αυθαίρετη πορεία
λες και μόνος χτίζεις τείχη
όπου λάχει κι όπου τύχει
και στου κόσμου σου το δώμα
λείπει στ' όνειρο το χρώμα
.................................................................................................................................................................

σε σχισμένο χάρτη μια διαδρομή
ήταν της ζωής σου η λευκή γραμμή
κι ούτε 'συ δεν ξέρεις που σε παρασέρνει
και ποιας θλίψης ήσουν βήμα κι αφορμή
έδιωξες τη μνήμη σε μια ξένη γη
κάθε που νυχτώνει γίνεσαι κραυγή
μέσα σου τραντάζει όλες τις αισθήσεις
και σου ανεμίζει μαύρη χαραυγή
γύρω σου χαράζει γίνεται γιορτή
και μια ηλιαχτίδα τρέχει να σε βρει
δίπλα σου χορεύει σ' αποθανατίζει
και σε στεφανώνει με μια ανατολή
σήκω πάνω φύγε άλλαξε σταθμό
έχει κι άλλο τρένο μ' άλλον αριθμό
κι ένας οδοδείκτης στο δικό σου δρόμο
πάντα φως θ' ανάβει μέσα στο χαμό
...............................................................................................................................................................

τη συνεδρίαση του μέλλοντός μας πράξαν οι πραίτορες
οι ξενοδίκες αθώους μάντρωσαν στη μαύρη πλάνη
με τραπουλόχαρτα πουλούν το βιος μας με φαύλους μέντορες
ξεπουλημένοι ντόπιοι κι αλλότριοι στήσαν πλεκτάνη
τόσα φερέφωνα υποταγμένα κι ανερυθρίαστα
τας χείρας νίπτουν ως ανερμάτιστοι εντολοδόχοι
και την κερκόπορτα της ύπαρξής μας ρίξαν αβίαστα
στην τυραννία των αδιόρατων γίναμε στόχοι
πόσες ανώνυμες ζωές θρηνούν μες στα αδιέξοδα
οι σαλτιμπάγκοι που μας διέκριναν κρυφίως σκλάβους
στοιχειοθέτησαν ψευδώς τις κατηγόριες τους κι ανέξοδα
και με κουπόνια των αργυρώνητων βουλιάζουν ναύλους
δέστους πως στέκονται στον ίσκιο τους βρωμώντας γύρω τους
με δόντια ύαινας κι ανάλογες τρανών δημηγορίες
τις φυλακές τους κουβαλούν μέσα στα λόγια και τριγύρω τους
στην ανομία τους περνάνε άνθρωποι γυρτές αργίες

...............................................................................................................................................................

μας αργοσβήνει ο καιρός τα δόντια του μας δείχνει
μας τάισε με ψέματα κι οι λέξεις συνωστίζονται
σε ραγισμένες μέρες
ωσάν τυχαίους αριθμεί αγώνες και τους ρίχνει
στ' αζήτητά του θέματα λες κι όλα πια ορίζονται
με βία και φοβέρες
διάλογο κι αντίλογο στου χρόνου τον καιάδα
τους πέταξε το άδικο εν μια νυχτί ριμάδα
το δίκιο δε λογάριασαν της γης οι εμποράκοι
το ξέχασαν στα κύματα σε χάρτινο βαρκάκι
δεν το χωρά ανθρώπου νους οι αποικιοκράτες
να φέρνουν νόμους άνομους στη χώρα που ρημάξανε
με τις ραδιουργίες
κρυφά χτυπούν κι αλύπητα με σύστημα και κράχτες
ακόμα και τα όνειρα με νόμο επιτάξανε
στις κοσμοθεωρίες

...................................................................................................................................................................
...................................................................................................................................................................

έρημοι καημοί της συννεφιάς νομάδες
με σέρνουν στο χορό με έρωτες φυγάδες

ένοχη σιωπή τη μοναξιά μαντεύεις
σε μέρες στεναγμών τις σκέψεις μου στοχεύεις
άσωτες σκιές της νύχτας μονομάχοι
με ρίχνουν στη φωτιά και καίγομαι σα στάχυ
σέρτικο καπνό της λησμονιάς χαρμάνι
με κέρασαν εκεί στης νύχτας το λιμάνι
άτρωτο κορμί από αυλές θαυμάτων
με ρίχνεις σε γκρεμό με ήχους των βημάτων
άναρχη φωνή το λυτρωμό ρημάζεις - τη μοναξιά χαράζεις
μου πήρες την καρδιά με κλέβεις και μου τάζεις



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΟ ΔΡΟΜΟ

στου φεγγαριού το δρόμο σε ταξίδεψαν οι μάγοι
με οιωνούς θεόσταλτους σε λάλημα πουλιού
τα δάκρυα στις χούφτες σου ήπιαν οι λωτοφάγοι
και σ' είδαν ως απόδημο ψυχάρι τ' ουρανού
σ' άγονη γη οι κήρυκες κοιτούσαν τα σημάδια
κι οι σπονδοφόροι διάβαζαν σε φύλλα της μυρτιάς
έστρωναν στους αμμόλοφους πολύχρωμα υφάδια
να περπατήσεις άμαθη με λίκνισμα φωτιάς
λυδία λίθο πέτρωσε στα μάτια σου η μοίρα
όλα κινούσαν γύρω σου γκρεμού πετροκοπιό
κι οι νύμφες στους νερόλακκους σε πότισαν αρμύρα
και όρισαν την τύχη σου ν' ανθεί στο μισεμό
κόρη μιας γέννας όσιας από την Ανθηδόνα
πρίγκιπας Πέρσης σ' άρπαξε με φίλτρο μαγικό
και το ταξίδι κράτησε έως στη Βαβυλώνα
να νυμφευτείς το θάνατο σε κήπο μυστικό

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

ΡΑΓΙΣΜΑ


αποζητώ το θρόισμα της πρώτης μου αμαρτίας
διττό με ανθοφόρισε, και μ' έστεψε θνητό
κι όσο τρυγούσα νόημα με χνώτα απληστίας
στητό το σώμα τσάκιζα σε θραύσμα νοητό
το προσμετρώ το άυλο, τραύμα της αυταπάτης
πολλές φορές με ζόρισε σε άφωτες στιγμές
με της ψυχής το ράγισμα θα γίνω μεταπράτης
σε κείνο που με ρίγησε σε στείρες Κυριακές
να ξεπουλώ στα σύννεφα τις μέρες, λογοκόπους
τα κέρδη μου τ' απόκοσμα ν' ανθίζουν τις ρωγμές
με του χρησμού τ' ασύνδετα να δείχνω στους ανθρώπους
όσα με καταξόδευσαν, σε άπορες στεριές

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ - Ο ΚΑΡΤΕΡΟΣ


μες στο ποτάμι
το φως
από τις φυλλωσιές
ομολογεί
τις αθέατες μέρες
ανάσες στέλνω
για να με βρουν
ήχοι παιδιών
όπως με ακολουθούν
τόσα χρόνια
και που ακούν
στ' όνομά μου
να βρουν
άγνωστα σκιρτήματα
προσδοκούν
και του ονείρου
περάσματα
μες στο ποτάμι
ψυχές τριγυρνούν
μιλούν
και γελούν θαρρείς
σε κλωνάρια στα δέντρα
στα φύλλα γράφουν
διαδρομών εορτολόγια
με ήχους μέθης
λευκούς
κάθε φορά
με μαγεύουν
και με οδοιπορούν

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΤΙΜΩΡΟΙ


περιπλανιέσαι στα μυθικά σου βράδια
κι έχεις στο βλέμμα πορφυρό τριγμό
σ' έχουν κυκλώσει λίθινα σημάδια
και ανασύρεις θύελλας λυγμό
όπως σμιλεύεις δρόμους στα σκοτάδια
πόσες ερήμους ν' αντέξει ένα σώμα
πάνω στης μνήμης τ' αρμυρό νερό
να βηματίζει σε βρεγμένο χώμα
να φτερουγίζει σ' άγριο καιρό
και να νυχτώνει στ' ουρανού το δώμα
σε θρηνωδούν τα ρόδα όπως γέρνεις
σα μια σκιά στου τοίχου την αφή
κορμί που χρόνια λάφυρο θα μένεις
μες των ανέμων την απογραφή
και σ' άλλο τόπο μόνος θ' απομένεις
με ψαλμωδίες των άστρων σε οδεύουν
οι τιμωροί που κρύβεις στην καρδιά
και με τους φθόγγους της βροχής σωρεύουν
του λυτρωμού την άπαρτη σοδειά
και με τα ψέματά τους σε μαγεύουν

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΝΕΡΟ

Νερό, χειμωνανθός της λησμοσύνης,
να λούζεται ο άκορφος κόσμος μας κι ωσάν Βαβέλ
να χτίζεται ολημερίς, και να γκρεμίζεται τα βράδια, αθώρητα
.
Κομίζει κελαρυσμούς αθανασίας όπως ζυγώνει
με το μέρωμα της προαιώνιας μορφής του.
Άηχες λέξεις αφήνοντας, σε ό,τι κι αν ποτίσει.
«Όποιος τους φθόγγους του νερού, δεν μπόρεσε να μάθει,
άπραγος λόγος τον μετρά κι άπραγος δρόμους παίρνει».
Στο πορθμείο της νηνεμίας ή της θύελλας
από πίδακες κι εξατμίσεις αυτοεξορίζεται,
συμπράττοντας σε χρώματα και σε άφαντες διαδρομές
– του σύννεφου η παραφορά, της γης ο άμωμος πλούτος.
Ύδωρ, προανάκρουσμα στις πτυχώσεις του χρόνου
–για να λαλεί ο πετεινός και τρεις να μ’ απαρνιέσαι,
και να θωρώ από το φιλιατρό του πηγαδιού,
τον Αρχάγγελο Ραφαήλ να μου γελά
με νεύμα παλίντονο σε γλώσσα γραμμική Α και
σε αρχέγονη επιτομή η ετυμηγορία του, καθώς
κινεί και αλφαδιάζει την εσχατιά των πόθων
– της δίψας το αντίδωρο του νηστευτή το δέλεαρ.
«Μ' ένα κορμί κιβωτό κι ένα κομμάτι όνειρο,
ήλθε το πλήρωμα του χρόνου
για να δω, όλο τον κόσμο σε μια σταγόνα
και στις χορδές του νερόλακκου».
Η κόρη της αυγής τους βοστρύχους της λούζει,
ενώ την κυκλώνει η προσμονή του γυρισμού
για ’κείνο που περιμένει
από τους ωκεανούς του διθυραμβικού κύματος.
Με πολύχρωμους πανσέδες της παλίρροιας και με της άμπωτης
τους μεντεσέδες, ο υφαντής του φωτός
με τον αργαλειό των αφρών
αυτοσχεδιάζει, ενώ από πριν ξέρει
το εκτόπισμα των βίων στο χρόνο
κι ότι αποστήθισαν σε αμμοθύελλες των ονείρων
και στου νόστου τα επεισόδια, το επιστρέφει ακέραιο.
Τορναδόρος σχημάτων, με την πυρίμαχη φορεσιά του
αναμετράται με τις θύελλες
– τα ποταμόπλοια μυθολογούν τους δρόμους που χαράζει.
Διαλεκτική του Οδυσσέα και του Προμηθέα δεσμώτη
στο σφυγμό του κύματος
και του βράχου, στα έγκατα τού ακατάλυτου,
από καταβολής του κόσμου, απαστράφτει.
.
Ισοβίτης της σάρκας μελωδεί,
με τις τραγωδίες των παρηχήσεων του βυθού
και με τ’ αρχαία ναυάγια επί εδάφους.
Έλασμα δρόσου στο ριζιμιό χαράκι,
ακροβατεί ως προπέτασμα του σύννεφου,
και στην άνυδρη ανάσα του βουνού, εκστασιάζεται.
Στου ασκητή την πέτρινη σκαλισμένη φούχτα του βράχου,
ενεδρεύει, όπως εν ειρήνη λογχίζει
με το αγίασμα, τη θέαση των όρνεων.
Του Πόντιου Πιλάτου νίβει τα χείρας του,
σημάδι της αιώνιας καταδίκης του.
Των ελευσίνιων μυστηρίων, καθαρτήρια ανάβαση
από τον Ηριδανό ποταμό, ευλογώντας τους μυημένους
της ενόρασης και της θείας ενατένισης.
Η έλικα των φυγάδων από το ανεμοδαρμένο τόπο της Εδέμ.
Θησαύρισμα της ερήμου, όπως αποκρίθηκε ο βεδουίνος
στα βάθη του απόκοσμου, με της όασης το απέριττο
και της Μαγδαληνής το δάκρυ.
Της λίμνης το θέσπισμα στων Φαραώ τη Θεοκρατία, με
του Νείλου την ιερότητα όπως, αποπλέουν οι φελούκες
με τους κτίστες των άστρων.
Αναθρώσκει ο Αϊσα στου Ιορδάνη ποταμού το κέλευσμα.
Περίακτο της βουνοκορφής και λαμπύρισμα και περιαιρετό
στις στέγες των σπιτιών, σε μορφή κρυστάλλων
από χέρι πρωτομάστορα θαρρείς,
συμπράττει σε ανάγλυφες λουλουδένιες εκφάνσεις, αχειροποίητες.
«Τα νηπενθή των ροδαμνιών που κλαίνε
μόνα τους τα βράδια, μάτι Θεού
να μη τα δει ούτε η Βερενίκη, με τη νερένια φλέβα τους
στάζουν δάκρυ ανθόνερου»
.
Νερά στο Κουρταλιώτικο φαράγγι πίνει
ο σταυραετός κι ο γυρισμός στου ίσκιου τα γκονάρια,
κι ο ναυαγός ταξιδευτής στις αμμοθίνες χαράζει
βήμα, και το λιβάδι ποσειδωνίας,
του δίδεται ως η κολυμπήθρα των στεναγμών του.
Όλβιος ο πρίγκιπας των κρίνων
όπως θωρεί τον κόσμο μας από
της πόλης την εντροπία, υγρά αποτυπώματα με τα πέλματά του
αφήνοντας, με κάθε ολόγιομο φεγγάρι από την νοτισμένη
τοιχογραφία του ανακτόρου, και να ευφραίνονται
τ’ ασημένια φύλλα της ελιάς και της αμπέλου η ρίζα.
Της αμμωδίας ο αμνός, τη φλέβα γλυκού νερού της θάλασσας,
λάμνοντας αναζητά στου Δία το νησί, και σαν τη βρει,
στο Νώε στέλνει μήνυμα με ολόλευκο περιστέρι,
ν’ αλλάξει ρότα και να ’ρθει τη γη να διαφεντεύσει.
Στην πύλη της Ιστάρ η Αμυίτις δάκρυα θα στάξει στο χώμα
– ενώ ο Ναβουχοδονόσορ σκιάζεται
τις νύχτες – που θα φτάσουν στον Ευφράτη,
έως ότου το ποτάμι ξεχειλίσει, τυλίγοντας
τα τείχη της Βαβυλώνας.
Όταν τα νερά κατακάθισαν, σμήνη πουλιών έριχναν σπόρους
παραδεισένιων λουλουδιών, τη δυστυχία της να ξορκίσουν.
Αμέσως φύλλα πέταξαν
κι άνθισαν κι ευωδίασαν σε κρεμαστούς κήπους
κι έζωσαν την πόλη, και τ’ αηδόνια στα κλαριά
πετούσαν κελαηδώντας.
Το μήνυμα το έλαβε ο ραβδοσκόπος του Σινά και το ραβδί του
τον οδηγεί, στην καιόμενη βάτο- για κρουνό νερού η γης μιλά
- μα ποιος βαστά να την ξεριζώσει, που αντί γι’ αυτό που πεθυμά
λάβα θα βγει και θα τον κάψει.
Και το ανάκουσμα, φτάνει στ’ αφτί του μάντη της Φαιστού,
τα νερά να ξεδιψούν τα χαμολούλουδα,
και τα πουλιά, γιατί η θεά Άρτεμις – όπως του παράγγειλε
– βαριά κατάρα θα ρίξει επάνω τους.
Γιατί με τη σκιά του άλλου κόσμου, το σώμα συνορεύει,
και είναι φτιαγμένο από νερό, φωτιά, στάχτη και θειάφι,
και να γυρίσει θέλει
– κρυφά αφουγκράζεται –
στα μητρικά νερά του, και τον κόσμο αυτόν, ποτέ ξανά
να μην τον αντικρίσει.
Κι αν ήταν χρέος η επί γης ποινή του,
ας του δοθεί χάρη σύντομα να τελειώσει, και στις θάλασσες
των Ουρανών να ταξιδεύει εσαεί.
«Ανοίγει δρόμους με τους αρμούς του,
ζωές αταξίδευτες σα ρούχο τους το φορούν,
χτίζοντας βωμούς στα βότσαλα,
προσδοκώντας, όταν το δικό τους κύμα κοπιάσει
για να τις πάρει, να ’ναι ψηλό σαν το βουνό,
για να χαρούν τα ύψη»

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Αειθαλείς θάλασσες, ποτέ
δε σου αποστέρησαν το μυροβόλο τους δάκρυ,
εκεί στο πυρακτωμένο πέλαγος
η ταπεινότης πλευρίζει το ταξίδι
όπως ρέει διαβατή μες στη μέρα.

Καταγής όλο ψάχνει
τη φλόγα, να θάλλει ο τόπος.

Εδώ πέρα πλέουν νησιά
αποσπασμένα του λόγου
που σου έκλεψαν τόσα χρόνια.
Πρώτης σοδειάς ευφωνία,
ξοδεύει το δρομολόγιο.

Κι όλο λες, ας γινόταν να φύγω
απ’ όλους κι από όλα, σ’ έμαθε
όμως το επίκαιρο σώμα σου,
και του καθρέφτη ο χάρτης.

Αχαρτογράφητος βίος ονείρων
που το μοιράζουν τ΄άνθη τυχαίως.

Μη κρατήσεις μυστικό ημερολόγιο,
μη μάθει ο χρόνος για σένα, γύρισε
το βλέμμα να πάρει ο ίσκιος χαράτσι
και τ' άχρονο φως τη φωτογραφία.

Πόσο σ’ εξαργυρώνουν ως καύσιμη ύλη;
Η τέφρα του χρόνου, λαμπυρίζει στον άνεμο.

Ζητούνται ζωές σε χαρτιά ενοικίων,
- μόνο οι τοίχοι το ξέρουν
όπως κρεμάνε τη θέα.

Υπάρχεις, σε φώτα,
που λήστεψαν οι νύχτες.
Ο Σίσυφος στην αφίσα καταποντίζει
τις ημέρες σε συναθροίσεις
αργυραμοιβών
και τις πουλά ως καρτ ποστάλ
στους ξενομερίτες του κόσμου.

Με θαλασσινό άνεμο των άστρων
κυκλώνεις την ώρα της μνήμης. στερεύοντας
την πλημμυρίδα του πάθους.

Κατά πάνω σου ρίχνει ανυπόστατα
τείχη το αδιανόητο, είσαι στη βασιλεύουσα απουσία
εκτίοντας τη μορφή της νύχτας.

Γεύτηκες το αργά
κι ότι άλλο σε διαδέχτηκε στον ξένο σου τόπο.
Στους πυλώνες του βοριά ζυγιάζεις
την όψη του κόσμου
 - δεν ήσουν εσύ, είχες κλέψει
το όνομα μιας άλλης υπόσχεσης,
η συμβολή σου προσφέρεται
στην ατάλαντη οθόνη της ημισελήνου.

Ας γίνει κι έτσι όμως, σε ότι
επέστρεφε το ασύμφορο επιπλέον
όπως, οργισμένο κατατρώει
τους ανέγγιχτους μήνες του νόστου.

Υποδύθηκες ένα ψέμα,
μεγαλοσύνη το φόρεσες, όταν
άλλαξε ώρα το εφικτό και
σε προσπέρασε αλαφροΐσκιωτο.
Το απαράμιλλο καίει τη βάτο της μοίρας
και σε θυσιάζει εντός του,
ίσως κάποτε σου επιστρέψει τον ήλιο.

Όσα ισόποσα αποσιώπησες, την απουσία
επιστρέφουν, λεηλατούν την προκυμαία
και απολύουν το ταξίδι.

ΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ

Πλάθει άνθη του νερού άχρονα
η όστρια με τον παφλασμό των κυμάτων.

Ενδημεί το λυκόφως στον ορίζοντα με σχισμένα πανιά
από αχάρακτες διαδρομές κι άφτερα όνειρα.

Ρημάζει στην ξηρά τον αταξίδευτο νόστο
με την απουσία, στο φτερούγισμα του γλάρου
ποθώντας να συμβεί το απροσδόκητο στον ορίζοντα.

Το παλίμψηστο της ομίχλης
ιστορεί τον τροπικό του αιγόκερω στους αμάθητους
ταξιδευτές, όπως ιερουργεί στην άφατη επικράτειά της.

Βαλκάνια ψυχή των βράχων, τ' αγρίμια συντρόφους έκανες
και τ' αχνάρια τους σου έμαθαν καιροφυλακτώντας
αιτιότητες θανάτων.

Ελιξήρια μερόνυχτα μην αποζητάς
δρόμος χωρίς ωκεανό δεν υπάρχει.

Ο Ανακρέων μετοίκησε στου αντίλαλου τις παρηχήσεις
και σε φαράγγι των όρνεων, ο αναχωρητής καιρός,
τους ποιητές καταράστηκε: το βουνό της σοφίας.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

ΜΕ ΠΗΧΥΑΙΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ

αυτά που γράφτηκαν
με πηχυαίους τίτλους στα χρόνια μας
είναι όλα εκείνα που μας σταύρωναν
στις ολονυχτίες των παθών μας
τ' άλλα, μικρές και μεγάλες στιγμές 
του βίου μας αναφορές
αναγράφονται και φωτίζονται
ως οδοδείκτες των διαδρομών μας

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

ΑΚΡΑ ΚΑΤΑΝΥΞΗ

όταν αποτραβήχτηκαν τα νερά
όσα θρυλούσε το πέλαγος
ανέπνεαν πια ως πετρόσχημα άνθη
το φως κύκλωνε το ανομολόγητο
όπως ανασήκωνε του ανέμου εκκλησάκι
συμμετέχοντας κι η έρημος με άκρα κατάνυξη
και το αντιφέγγιζε σε σκονισμένα μάτια
παρηγορητικά

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΟ ΠΑΙΔΙ

το παιδί που έκρυβα μέσα μου δραπέτευσε
αν το δείτε, δώστε του ένα λευκό χαρτί 
να ζωγραφίσει το δρόμο της επιστροφής του

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ

επέλεξε άλλο δρόμο απ' αυτόν
που του είχε ορίσει το σύμπαν
όμως σε κάποια δύσβατη μέρα
τον οδήγησε σε κείνον που έπρεπε
και που ήταν το πεπρωμένο του
περνώντας από βουνά, ωκεανούς
πολέμους και συρματοπλέγματα
στους πρόσφυγες

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

Στη νύχτα φέγγει η ψυχή
στη νύχτα φτερουγίζει,
στη νύχτα κρύβει σύμπαντα
στη νύχτα άστρα σπέρνει,
στη νύχτα με σεργιάνισε
μέχρι να μ' αναστήσει.

pantelis sabaliotis

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Οι άνθρωποι σηκώνουν τείχη
και χαράζουν σύνορα, μ' ακούς;

Μόνο ο άνθρωπος τον άνθρωπο
διώχνει και ξενιτεύει.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΗΔΟΝΑΚΙ

Μέσα στ' άγρια χαράματα
ένα αηδονάκι συνομιλούσε κελαηδώντας
μ' ένα ξάγρυπνο χαμολούλουδο
για τα πάθη των ανθρώπων
στην κορφή ενός απόκρημνου βράχου,
ενώ στα ριζά του, ένα αμούστακο αγόρι
είχε αποκοιμηθεί πριν ακόμα στεγνώσουν
τα δάκρυα στις κόγχες των ματιών του.


Στη χούφτα του σφιχτά κρατούσε
ένα σπασμένο βέλος του έρωτα.

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ - Β

το φως όταν φωτογραφίζει, και μόνο αυτό
τότε, το αποτύπωμά του τριγύρω, και παντού υπάρχει
τα άλλα ενσταντανέ, τα μηχανικά,
είναι του Άχρονου Χρόνου τα ειδοποιητήρια

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ - Α

Γιατί αργεί να βρέξει;
Να ξεδιψάσει τ' όνειρο
το βλέμμα να ξεπλύνει 

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

ΒΟΑ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Στόμα άγριου καιρού αψηφώ,
βοά το θεριό εντός της ζωής μου
και τρίζει.
Μ' ένα του νεύμα με ξενιτεύει.

Το φως θ' αρνηθεί κι άλλη μέρα δύσβατη,
μες στο λυγμό μου τρικυμισμένη,
με συνθήματα των ανέμων.



Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

τ' άστρα και το ολόγιομο φεγγάρι
στου κήπου το σπιτικό
γιορτάζουν τους πρώτους σπαραγμούς
των νυχτολούλουδων
εκεί απρόσκλητο
το ανυπόμονο αεράκι
αίρει της σάρκας το σύνορο
όσο τα μάτια ψηλαφούν
του ονείρου την ανυπόταχτη παρουσία


θαρρείς και η εξομολόγηση
σε κοινόβιο αισθήσεων
παίρνει άφεση αμαρτιών
καθώς ζυγιάζει
την ανθρώπινη συντριβή
πριν τη θέωσή της

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

ΤΟΣΟ ΜΟΝΗ

Περπάτησε στην άκρη του γιαλού
κι έγινε θραύσμα του χρόνου,
κωπηλατώντας σε ήχους
απ΄τα λουλούδια που τινάζονταν
μέσα σε χρώματα
μέσα σε θαύματα.

Ανύψωσε με φωταψίες τη θλίψη σα γιορτή,
ως ράγισμα του ονείρου.
Τόσο μόνη σε θαλασσών δρόμους κι ανέμους
κύμα η ίδια
άμμος που σκόρπισε κι άλλο βήμα.


Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

ΑΘΕΛΑ ΣΟΥ

H κάθε λέξη ακροβατεί
μεταξύ κωμωδίας και τραγωδίας.
Άθελά σου μπορεί να σε εμπλέξει
σε μια χρονική ασημαντότητα,
όπως και,περιχαρακωμένο 
κι ευανάγνωστο θαρρείς,
να σε οδηγήσει σε θνησιγενείς αποκλίσεις
εκκωφαντικών επαναλήψεων
λόγου και πράξεων

Πίνακας του Παντελή Σαμπαλιώτη

ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Όταν θα μπορέσεις ν' ακούσεις
τα ηχοχρώματα στα βλέμματα των ανθρώπων,
τότε θα πρέπει να βγάλεις φτερά
και να πετάξεις από τον κόσμο ετούτο
ή να βυθιστείς στον ίλιγγό του,
εκτός και μέχρι τότε έχεις αποκτήσει τη σοφία
εκείνη, ώστε να τον διαβιείς αλώβητος
από τις εντροπίες του και καθάριος.
Και μετά,ωσάν εκκρεμές του χρόνου,
παλλόμενος, να μη θέλεις να ζήσεις
εντός του, αλλά ούτε κι εκτός του.
 Γιάννης Τσαρούχης -Προμετωπίδα για την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη Ο ήλιος ο πρώτος, 1963

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

ΑΡΑΓΕ

Άραγε είναι ποίηση οι διάλογοι στο θέατρο,
οι αντενδείξεις σε σκευάσματα κι απορρυπαντικά;
Οι ονειρώξεις ενός βέβηλου καιρού;
Η αυτοκάθαρση με λέξεις χάνζαπλαστ;
Η υποθηκευμένη πράξη της αυτενέργειας;
Το αδυσώπητο της αυτογνωσίας;
Η ματαίωση που τρικυμίζει στο ατρύγητο της ήβης
ή οι αβίωτοι χρόνοι, όμως λε-λογισμένοι
με την τεχνική του cut up και της "επανάληψης"
;
Στάμος Θεόδωρος ''Ατέρμονο Πεδίο'' Σειρά Λευκάδα 1980

ΕΡΜΑ ΤΟ ΣΩΜΑ

Έρμα το σώμα είναι στον ταξιδευτή,
μα η ψυχή του το πλεούμενο
κι αναζητά στην ομίχλη τη μοίρα γη του.
Ελλιμενίζει τ' όνειρό του στην καρδιά,
χαράζει πλεύση άμαθος σ' ωκεανό,
ο δρόμος βρίσκεται εντός του.
Πέλαγος τ' άστρα, τόποι και σηματωροί,
ακροβατεί στα επουράνια
κι αποζητά την αρμύρα στη μοίρα γη του.
Τέτσης Παναγιώτης-Βάρκα, 1977 – 1978

ΤΟ ΝΥΧΤΟΔΡΟΜΙ

Το νυχτοδρόμι είναι τόπος ιερός,
που έχει δύσβατο ο άβατος καιρός
κι από ψυχής ράγισμα θα το μάθεις
ή σε σειρήνας να το ψάξεις την ηχώ
να σου χαρίσει τον ανάκουστο χρησμό
που όσο ζεις δε θα ξεχάσεις.
Είναι γιοφύρι στου ανέμου την πνοή
και έχει πέρασμα στης πέτρας τη βοή
τ' αηδονιού κοίταγμα αν θα το 'βρεις,
του ποταμού νεραϊδένιο μυστικό
για να σου δώσει έναν άχραντο ρυθμό
με άδακρυ πόνο της Νιόβης.
Καντίνσκι, "Σύνθεση 4", 1911

ΠΑΝΔΩΡΑ ΜΟΥ ΩΡΑ

Ευσπλαχνίζεται το φως την πόλη,
θεριεύουν αλλόφρονες στην άσφαλτο οι μέρες,
ο νόστος των εξορισμένων δυσεύρετος,
θα στοιχηθούμε σε πικρά χρόνια.
Πανδώρα μου ώρα,
μάθαμε κι εμείς να σηκώνουμε κρυφίως τα τείχη μας,
μας έντυσαν με βράδιασμα οι δρόμοι,
κρυφές ρωγμές μες στα βλέμματά μας στοιχειώνουν.
Σαν σταρ του σινεμά η Πολυξένη,
στέκει στο μπαρ και μας κοιτά σαν ξένη.
Ξένοι όλοι μας, στην ίδια πόλη ξένοι.
 ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο, το "Άσμα Ασμάτων", του χαράκτη Τάσου.

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

ΜΕΤΑΠΡΑΤΗΣ ΛΕΞΕΩΝ

Κοιτούσε το είδωλό του στον καθρέφτη
κάνοντας μορφασμούς με κινήσεις κλόουν,
εκείνο όμως δεν αντιδρούσε
κι απέστρεφε το βλέμμα του με απόγνωση και δυσθυμία,
όταν άξαφνα εκείνος με μια ενστικτώδη κίνηση
το κτύπησε με τη γροθιά του.
Τα γυαλιά,
σκόρπια όπως ήταν στο δάπεδο, αντανακλούσαν
την ασύνδετη ύπαρξή του και τον φωτογράφιζαν
ως άθυρμα των καιρών,
μεταπράτης λέξεων αναγραφόταν στο ένα,
αποστάτης της συνείδησής του στο άλλο και
κάποια μονογράμματα
σε μικρότερα κομμάτια, απεικόνιζαν
τις ακυρωμένες διαδρομές του
από το ξεπούλημα των ονείρων του,
ωσάν να αριθμούσαν
την επίπλαστη πραγματικότητα, όπως τη βίωνε
από τους εύπιστους χειροκροτητές συνεαυτούς του.
Το μόνο που απέμεινε από το καθρέφτισμά του,
ήταν ένα ασημωμένο δάκρυ του σε μια
σκονισμένη άκρη της ζωής του,
να επιπλέει σε μια σταγόνα αίμα.
Εγγονόπουλος Νίκος

ΔΟΞΟΛΟΓΩ ΣΕ ΕΡΩΤΑ

Με κοίταξες και έσβησα
σαν παιδαρέλι μέθυσα,
στο φως μου σ' εξιστόρησα
ψυχή παντοκρατόρισσα.
Κρινόδεσες το βήμα μου
και έγινες η ρίμα μου,
για να γραφτούν στον έρωτα
τα βράδια μου τ' αμέρωτα.

Δοξολογώ σε έρωτα
τη χάρη σου υμνούμε,
στα βράδια σου τ' αμέρωτα
τραβάμε κι όπου βγούμε.
Το μυροβόλο βέλος σου
στο στήθος μου να μ΄εύρει
στον τόπο σου τον άμαθο
να ΄ρθω κι ας με πλανεύει.

Περπάτησες στα κύματα
και μου 'στειλες μηνύματα,
τον κόσμο ανθοφόρησες
και τη ζωή μου όρισες.
Στο δρόμο σου μ' οδήγησες
σε είδα και με λύγισες,
με τράβηξες με μια ματιά
στου πόθου μου την ξενιτιά.
Γεώργιος ΚόρδηςΤΑ ΦΕΥΓΑΛΕΑ ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ, 
Αυγοτέμπερα απλή σε προετοιμασμένο ξύλο. 25χ35 εκ

ΩΣΑΝ ΠΟΥΛΙ

Ο άνεμος συλλαβίζει
άηχα το πεπρωμένο σου,
αρκεί την ανάσα του ν' ακούσεις
και θα το μάθεις
κι ύστερα πανιά και κατάρτια
στους ώμους και στα χέρια σου
θα ταιριάξει, για να σε ταξιδέψει
και να σε μυήσει
στα μυστικά του μονοπάτια,
που κάποτε ονειρεύτηκες
ωσάν πουλί μεταναστευτικό
που τόπο σου θα έχεις μόνο
το λυκόφως έως το λυκαυγές.
Πίνακας του Παντελή Σαμπαλιώτη ''Ουράνιος ποδηλάτης''

ΙΣΤΟΡΩΝΤΑΣ

Αντιγράφεσαι, είπε το παρόν
και το μέλλον ακούγοντάς το,
ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα
ενώ, το παρελθόν σκυμμένο
πάνω από ένα ξέχειλο τεφτέρι,
κατέγραφε ιστορώντας διαδρομές
άνευ αντικρίσματος.
Μια φωτογραφία είχε παραπέσει
στο πάτωμα, δακρυσμένη,
ο χρόνος είχε επιτελέσει το έργο του.
Καθώς η αυτογνωσία
επανερχόταν δριμύτερη,
οι ιαχές της σιωπής,αποσπασματικά,
ξεκούφαιναν το δωμάτιο.
Τέτσης Παναγιώτης

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ

είναι τα μπλούζ της μοναξιάς
οι ξέμπαρκοί μας χρόνοι
κι οι δρόμοι που μας οδηγούν
σ΄ ερημικό μπαλκόνι.
Είναι τα μπλούζ των ποταμών
που μοιάζουν να ΄ναι ίδια
Μισισιπής και Ιλισσός
σ΄ ακτές θρηνούν ταξίδια.
Είναι τα μπλούζ των στεναγμών
που γράφουν στο τσιμέντο
ψυχές που ΄γίναν αριθμοί
στης τρέλας το κρεσέντο.
Είναι τα μπλούζ της μοναξιάς
που δεν ακούμε ήχους
τα μπογιατίζουν τα παιδιά
με γκράφιτι στους τοίχους.
Είναι τα άνθη του νερού
που την καρδιά ροκάρουν
σαν τα φιλιά από φωτιά
που οι νυχτιές θα πάρουν.
Έχει φωνή ο ποταμός
βαλκάνια ψυχή μου
αυτός που μέσα σου κυλά
σε βράδια της ερήμου.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

ΑΚΥΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ

Ζωή μου χαρισάμενη σε μια σκιά ιπτάμενη
το φως σε σημαδεύει,
στο ίδιο δρομολόγιο με πόθων υμνολόγιο 
το ψέμα σε οδεύει.
Κι αν ψάχνεις εξιλέωση του χρόνου η ματαίωση
θα δείχνει κανναβάτσο,
μαζί της θα δηλώνεσαι και σε βυθό θα σπρώχνεσαι
με λόγους ένα μάτσο.
Παράπλευρες απώλειες σε μέρες επιπόλαιες
ο δρόμος σου θα φέρνει,
με όραμα ανέφικτο που δίνει λόγο ψεύτικο
στη ζήση σου που γέρνει.
Μικρή κι εξιλαστήρια με άκυρα εισιτήρια
γεμάτη μ’ απορίες,
με όνειρο διθέσιο που είχε τέλος αίσιο
σ’ αντίθετες πορείες.

Πίνακας του Παντελή Σαμπαλιώτη

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

Ξεβράστηκαν ταξίδια και θραύσματα ονείρων
- ο νόστος προσάραξε στα αβαθή της νοσταλγίας -
καθώς οι δρόμοι έγιναν θάλασσα και
η μόνη διαβατή διαδρομή
είναι εφικτή μονάχα με το πέταγμα 
του πένθους στον Χρόνο Άχρονο.
Τα χωρικά μας ύδατα προσδοκώνται
έως στο λιμάνι της καρδιάς.
Ο αγγελιοφόρος γλάρος έπιασε δουλειά
κι ο άνεμος το κύμα από τα συθέμελά του,
οι ναυαγοί, λαθραίοι του έρωτα, δεν καταγράφονται
στην παρούσα κυματόφραχτη θύελλα.
 Rothko Mark ''Blue''