Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

ΦΩΣ


Είπα να επισκιάσω τη σκιά μου
καπνίζοντας αρειμανίως,
καθώς εκείνη γιγάντωνε
μέσα στην ομίχλη του καπνού
από τα τσιγάρα.
Η τηλεόραση – κάδρο υπερκόσμιο –
διαδραμάτιζε την επέκταση του αισθητού:
σε πεδία νοερών πλοκών με θραύσματα βίων,
με μαντείες, μάγους, ατρόμητους
ήρωες των παραμυθιών κι ενδιάμεσα,
με διαφημίσεις ευζωίας κι ευμάρειας
άνευ δασμών ψυχής,·
αποκτώντας δικαίωμα στ’ όνειρο
σε συχνότητες θαυμάτων
στα Ηλύσια πεδία
των εικονικών αθανάτων.
Η σύμβαση της μνήμης απώλεσε
τo μήνυμα του έργου, και δεν αποτυπώθηκε
στην ατμόσφαιρα του δωματίου,
καθώς κομμάτια εικόνων και ήχου
δραπέτευαν στ’ αζήτητα των στιγμών.
Η νύχτα βαριεστημένη αργούσε
να συναντήσει το χάραμα,
προσποιούμενη αργοπορία λόγω,
της μεγάλης κίνησης στο άστρο της Βηθλεέμ.
Ένας στίχος κατέφθασε
παραπατώντας στα χείλη μου,
να συμβάλλει στην ολική έκλειψη
των ματιών μου:
“μ’ ένα τσιγάρο ξενυχτώ
στις στάχτες ψάχνω σπίθα
και σαν αγρίμι αλυχτώ
που δεν μπορώ να ξανοιχτώ
στο φως και στην αλήθεια “
Ακούστηκαν θόρυβοι στην πόρτα.
Παιδικές φωνές τρομοκρατούσαν
της μοναχικότητάς μου την επεκτατική βλέψη ενώ,
οι τοίχοι και τ’ αντικείμενα ξαφνικά,
αποκτούσαν λάμψη,
με χρώματα αναπνέοντα,
και με ανεπίγνωστες,
εκφάνσεις λαμπρότητας.
Άνοιξα και, τα κάλαντα πλημμύρισαν
το άβατο της μοναχικότητάς μου,
με ηχοχρώματα παιδικής αγνότητας.
Όταν τέλειωσαν και μου ευχήθηκαν
“τα χρόνια πολλά” μάζεψα όλους τους
κρυμμένους θησαυρούς των χρόνων μου
και τους απόθεσα μπροστά τους.
Τα παιδιά, τους περιεργάστηκαν αδιάφορα,
με κοίταξαν με συμπάθεια,
και φεύγοντας πήραν μαζί τους
μόνο, ένα μου χαμόγελο.
Όμως με είχαν αφήσει να δω,
όλο τον κόσμο τους.
Θεέ μου, αυτό το φως αναγιγνώσκω.
Εσύ;

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΕΠΩΝΥΜΕΣ ΕΡΗΜΙΕΣ


πωλούνται επώνυμες ερημίες
με διαλόγους απουσίας
σε τέσσερις τοίχους
με τη συνεισφορά αμαρτωλών
ψυχών άνευ μετανοίας
..............................................................................................................................................................

δρόμο άγριου καιρού αψηφώ
βοά το θεριό εντός των ανθρώπων
και τρίζει
μ' ένα του νεύμα τους ξενιτεύει.
στο φως θα κριθεί κι άλλη μέρα δύσβατη,
μες στο παλμό της τρικυμισμένη,
με συνθήματα των ανέμων

σήμα έδωσε λιτό το παρόν
να βγει το θεριό από την κρυψώνα
του φόβου (της μέρας- της νύχτας)
μέσα στα φώτα χάνει τον κόσμο( την αίγλη)
τραβά να κρυφτεί σε μια πίκρα άστεγη
σ' ένα σταθμό με τους ταξιδιώτες
ως ενθύμιο των σωμάτων
...............................................................................................................................................................

ζωές μισές στο κρύο σε βρώμικο τοπίο
μιλάνε στη βροχή
τη μέρα προσπερνάνε στη νύχτα δε χωράνε
και ζουν μια εποχή
ο βίος τους χειμώνας
το ζούνε κατά μόνας
Θεέ και κύριε
κόσμε μυστήριε
χαθήκανε στα χρόνια παρέα τους τριζόνια
με ράγισμα φωνής
στα βλέμματά τους δύουν τη μοναξιά εκτίουν
σε δρόμο ενοχής - ανοχής
σκιές που ζουν σ' αργίες χωρίς επαγγελίες
στου κόσμου τη σιωπή
σπαράζουν και το κρύβουν το κοίταγμα τους στύβουν
σ' ανύπαρκτη ντροπή

...............................................................................................................................................................

στις ανάσες σου στο σώμα
κρύβεις πράγματα ακόμα
δεν τα λες στους μονολόγους
στους προσωπικούς σου λόγους
τα φυλάσσεις στη γραφή σου
στη ματιά και στην αφή σου
των ερώτων ιστορίες
της καρδιάς σου εξορίες
ακούς τραγούδια πλαστικά
ζωή με ανταλλακτικά
έχεις και είσαι μυστικά
το πιόνι μες στ' αρπαχτικά
αχ πως αντέχεις καρδιά δεν έχεις
αναγράφεις την ελπίδα
στη σπασμένη σου πυξίδα
Δον Κιχώτης σε μια πράξη
σ' ένα έργο και: εν τάξει
ονομάτισες το ρόλο
σ' αποθέωσε στο σόλο
της ζωής σου το εμπάργκο
και στο ματς κι εσύ στον πάγκο
μες στης πόλης σου την άκρη
περιφέρεις ένα δάκρυ
που εντός του πλέουν πλοία
σε αυθαίρετη πορεία
λες και μόνος χτίζεις τείχη
όπου λάχει κι όπου τύχει
και στου κόσμου σου το δώμα
λείπει στ' όνειρο το χρώμα
.................................................................................................................................................................

σε σχισμένο χάρτη μια διαδρομή
ήταν της ζωής σου η λευκή γραμμή
κι ούτε 'συ δεν ξέρεις που σε παρασέρνει
και ποιας θλίψης ήσουν βήμα κι αφορμή
έδιωξες τη μνήμη σε μια ξένη γη
κάθε που νυχτώνει γίνεσαι κραυγή
μέσα σου τραντάζει όλες τις αισθήσεις
και σου ανεμίζει μαύρη χαραυγή
γύρω σου χαράζει γίνεται γιορτή
και μια ηλιαχτίδα τρέχει να σε βρει
δίπλα σου χορεύει σ' αποθανατίζει
και σε στεφανώνει με μια ανατολή
σήκω πάνω φύγε άλλαξε σταθμό
έχει κι άλλο τρένο μ' άλλον αριθμό
κι ένας οδοδείκτης στο δικό σου δρόμο
πάντα φως θ' ανάβει μέσα στο χαμό
...............................................................................................................................................................

τη συνεδρίαση του μέλλοντός μας πράξαν οι πραίτορες
οι ξενοδίκες αθώους μάντρωσαν στη μαύρη πλάνη
με τραπουλόχαρτα πουλούν το βιος μας με φαύλους μέντορες
ξεπουλημένοι ντόπιοι κι αλλότριοι στήσαν πλεκτάνη
τόσα φερέφωνα υποταγμένα κι ανερυθρίαστα
τας χείρας νίπτουν ως ανερμάτιστοι εντολοδόχοι
και την κερκόπορτα της ύπαρξής μας ρίξαν αβίαστα
στην τυραννία των αδιόρατων γίναμε στόχοι
πόσες ανώνυμες ζωές θρηνούν μες στα αδιέξοδα
οι σαλτιμπάγκοι που μας διέκριναν κρυφίως σκλάβους
στοιχειοθέτησαν ψευδώς τις κατηγόριες τους κι ανέξοδα
και με κουπόνια των αργυρώνητων βουλιάζουν ναύλους
δέστους πως στέκονται στον ίσκιο τους βρωμώντας γύρω τους
με δόντια ύαινας κι ανάλογες τρανών δημηγορίες
τις φυλακές τους κουβαλούν μέσα στα λόγια και τριγύρω τους
στην ανομία τους περνάνε άνθρωποι γυρτές αργίες

...............................................................................................................................................................

μας αργοσβήνει ο καιρός τα δόντια του μας δείχνει
μας τάισε με ψέματα κι οι λέξεις συνωστίζονται
σε ραγισμένες μέρες
ωσάν τυχαίους αριθμεί αγώνες και τους ρίχνει
στ' αζήτητά του θέματα λες κι όλα πια ορίζονται
με βία και φοβέρες
διάλογο κι αντίλογο στου χρόνου τον καιάδα
τους πέταξε το άδικο εν μια νυχτί ριμάδα
το δίκιο δε λογάριασαν της γης οι εμποράκοι
το ξέχασαν στα κύματα σε χάρτινο βαρκάκι
δεν το χωρά ανθρώπου νους οι αποικιοκράτες
να φέρνουν νόμους άνομους στη χώρα που ρημάξανε
με τις ραδιουργίες
κρυφά χτυπούν κι αλύπητα με σύστημα και κράχτες
ακόμα και τα όνειρα με νόμο επιτάξανε
στις κοσμοθεωρίες

...................................................................................................................................................................
...................................................................................................................................................................

έρημοι καημοί της συννεφιάς νομάδες
με σέρνουν στο χορό με έρωτες φυγάδες

ένοχη σιωπή τη μοναξιά μαντεύεις
σε μέρες στεναγμών τις σκέψεις μου στοχεύεις
άσωτες σκιές της νύχτας μονομάχοι
με ρίχνουν στη φωτιά και καίγομαι σα στάχυ
σέρτικο καπνό της λησμονιάς χαρμάνι
με κέρασαν εκεί στης νύχτας το λιμάνι
άτρωτο κορμί από αυλές θαυμάτων
με ρίχνεις σε γκρεμό με ήχους των βημάτων
άναρχη φωνή το λυτρωμό ρημάζεις - τη μοναξιά χαράζεις
μου πήρες την καρδιά με κλέβεις και μου τάζεις



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΟ ΔΡΟΜΟ

στου φεγγαριού το δρόμο σε ταξίδεψαν οι μάγοι
με οιωνούς θεόσταλτους σε λάλημα πουλιού
τα δάκρυα στις χούφτες σου ήπιαν οι λωτοφάγοι
και σ' είδαν ως απόδημο ψυχάρι τ' ουρανού
σ' άγονη γη οι κήρυκες κοιτούσαν τα σημάδια
κι οι σπονδοφόροι διάβαζαν σε φύλλα της μυρτιάς
έστρωναν στους αμμόλοφους πολύχρωμα υφάδια
να περπατήσεις άμαθη με λίκνισμα φωτιάς
λυδία λίθο πέτρωσε στα μάτια σου η μοίρα
όλα κινούσαν γύρω σου γκρεμού πετροκοπιό
κι οι νύμφες στους νερόλακκους σε πότισαν αρμύρα
και όρισαν την τύχη σου ν' ανθεί στο μισεμό
κόρη μιας γέννας όσιας από την Ανθηδόνα
πρίγκιπας Πέρσης σ' άρπαξε με φίλτρο μαγικό
και το ταξίδι κράτησε έως στη Βαβυλώνα
να νυμφευτείς το θάνατο σε κήπο μυστικό

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

ΡΑΓΙΣΜΑ


αποζητώ το θρόισμα της πρώτης μου αμαρτίας
διττό με ανθοφόρισε, και μ' έστεψε θνητό
κι όσο τρυγούσα νόημα με χνώτα απληστίας
στητό το σώμα τσάκιζα σε θραύσμα νοητό
το προσμετρώ το άυλο, τραύμα της αυταπάτης
πολλές φορές με ζόρισε σε άφωτες στιγμές
με της ψυχής το ράγισμα θα γίνω μεταπράτης
σε κείνο που με ρίγησε σε στείρες Κυριακές
να ξεπουλώ στα σύννεφα τις μέρες, λογοκόπους
τα κέρδη μου τ' απόκοσμα ν' ανθίζουν τις ρωγμές
με του χρησμού τ' ασύνδετα να δείχνω στους ανθρώπους
όσα με καταξόδευσαν, σε άπορες στεριές

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ - Ο ΚΑΡΤΕΡΟΣ


μες στο ποτάμι
το φως
από τις φυλλωσιές
ομολογεί
τις αθέατες μέρες
ανάσες στέλνω
για να με βρουν
ήχοι παιδιών
όπως με ακολουθούν
τόσα χρόνια
και που ακούν
στ' όνομά μου
να βρουν
άγνωστα σκιρτήματα
προσδοκούν
και του ονείρου
περάσματα
μες στο ποτάμι
ψυχές τριγυρνούν
μιλούν
και γελούν θαρρείς
σε κλωνάρια στα δέντρα
στα φύλλα γράφουν
διαδρομών εορτολόγια
με ήχους μέθης
λευκούς
κάθε φορά
με μαγεύουν
και με οδοιπορούν

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΤΙΜΩΡΟΙ


περιπλανιέσαι στα μυθικά σου βράδια
κι έχεις στο βλέμμα πορφυρό τριγμό
σ' έχουν κυκλώσει λίθινα σημάδια
και ανασύρεις θύελλας λυγμό
όπως σμιλεύεις δρόμους στα σκοτάδια
πόσες ερήμους ν' αντέξει ένα σώμα
πάνω στης μνήμης τ' αρμυρό νερό
να βηματίζει σε βρεγμένο χώμα
να φτερουγίζει σ' άγριο καιρό
και να νυχτώνει στ' ουρανού το δώμα
σε θρηνωδούν τα ρόδα όπως γέρνεις
σα μια σκιά στου τοίχου την αφή
κορμί που χρόνια λάφυρο θα μένεις
μες των ανέμων την απογραφή
και σ' άλλο τόπο μόνος θ' απομένεις
με ψαλμωδίες των άστρων σε οδεύουν
οι τιμωροί που κρύβεις στην καρδιά
και με τους φθόγγους της βροχής σωρεύουν
του λυτρωμού την άπαρτη σοδειά
και με τα ψέματά τους σε μαγεύουν

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΝΕΡΟ

Νερό, χειμωνανθός της λησμοσύνης,
να λούζεται ο άκορφος κόσμος μας κι ωσάν Βαβέλ
να χτίζεται ολημερίς, και να γκρεμίζεται τα βράδια, αθώρητα
Κομίζει κελαρυσμούς αθανασίας όπως ζυγώνει
με το μέρωμα της προαιώνιας μορφής του.
Άηχες λέξεις αφήνοντας, σε ό,τι κι αν ποτίσει.
Όποιος τους φθόγγους του νερού, δεν μπόρεσε να μάθει,
άπραγος λόγος τον μετρά κι άπραγος δρόμους παίρνει.
Στο πορθμείο της νηνεμίας ή της θύελλας
από πίδακες κι εξατμίσεις αυτοεξορίζεται,
συμπράττοντας σε χρώματα και σε άφαντες διαδρομές
– του σύννεφου η παραφορά, της γης ο άμωμος πλούτος.
Ύδωρ, προανάκρουσμα στις πτυχώσεις του χρόνου
–για να λαλεί ο πετεινός και τρεις να μ’ απαρνιέσαι,
και να θωρώ από το φιλιατρό του πηγαδιού,
τον Αρχάγγελο Ραφαήλ να μου γελά
με νεύμα παλίντονο σε γλώσσα γραμμική Α και
σε αρχέγονη επιτομή η ετυμηγορία του, καθώς
κινεί και αλφαδιάζει την εσχατιά των πόθων
– της δίψας το αντίδωρο του νηστευτή το δέλεαρ.
Μ' ένα κορμί κιβωτό κι ένα κομμάτι όνειρο,
ήλθε το πλήρωμα του χρόνου
για να δω, όλο τον κόσμο σε μια σταγόνα
και στις χορδές του νερόλακκου τους χρόνους μου.
Η κόρη της αυγής τους βοστρύχους της λούζει,
ενώ την κυκλώνει η προσμονή του γυρισμού
για ’κείνο που περιμένει
από τους ωκεανούς του διθυραμβικού κύματος.
Με πολύχρωμους πανσέδες της παλίρροιας και με της άμπωτης
τους μεντεσέδες, ο υφαντής του φωτός
με τον αργαλειό των αφρών
αυτοσχεδιάζει, ενώ από πριν ξέρει
το εκτόπισμα των βίων στο χρόνο
και με ό,τι αποστήθισαν σε αμμοθύελλες των ονείρων
και στου νόστου τα επεισόδια, τα επιστρέφει στο ακέραιο.
Τορναδόρος σχημάτων, με την πυρίμαχη φορεσιά του
αναμετράται με τις θύελλες
– τα ποταμόπλοια μυθολογούν τους δρόμους που χαράζει.
Διαλεκτική του Οδυσσέα και του Προμηθέα δεσμώτη
στο σφυγμό του κύματος
και του βράχου, στα έγκατα τού ακατάλυτου,
από καταβολής του κόσμου, απαστράφτει.
Ισοβίτης της σάρκας μελωδεί,
με τις τραγωδίες των παρηχήσεων του βυθού
και με τ’ αρχαία ναυάγια επί εδάφους.
Έλασμα δρόσου στο ριζιμιό χαράκι,
ακροβατεί ως προπέτασμα του σύννεφου,
και στην άνυδρη ανάσα του βουνού, εκστασιάζεται.
Στου ασκητή την πέτρινη σκαλισμένη φούχτα του βράχου,
ενεδρεύει, όπως εν ειρήνη λογχίζει
με το αγίασμα, τη θέαση των όρνεων.
Του Πόντιου Πιλάτου νίβει τα χείρας,
σημάδι της αιώνιας καταδίκης του.
Των ελευσίνιων μυστηρίων, η καθαρτήρια ανάβαση
από τον Ηριδανό ποταμό, ευλογώντας τους μυημένους
της ενόρασης και της θείας ενατένισης.
Η έλικα των φυγάδων από τον τόπο της Εδέμ.
Θησαύρισμα της ερήμου, όπως αποκρίθηκε ο βεδουίνος
στα βάθη του απόκοσμου, με της όασης το απέριττο
και της Μαγδαληνής το δάκρυ.
Της λίμνης το θέσπισμα στων Φαραώ τη Θεοκρατία, με
του Νείλου την ιερότητα όπως, αποπλέουν οι φελούκες
με τους χτίστες των άστρων.
Άνω θρώσκει ο Αϊσα στου Ιορδάνη ποταμού το κέλευσμα.
Περίακτο της βουνοκορφής και λαμπύρισμα και περιαιρετό
στις στέγες των βουνών, σε μορφή κρυστάλλων
από χέρι πρωτομάστορα θαρρείς,
συμπράττει σε ανάγλυφες του καιρού εκφάνσεις, αχειροποίητες.
Τα νηπενθή των ροδαμιών που κλαίνε
μόνα τους τα βράδια, μάτι Θεού
να μη τα δει ούτε η Βερενίκη, με τη νερένια φλέβα τους
στάζουν δάκρυ ανθόνερου
Νερά στο Κουρταλώτικο φαράγγι πίνει
ο σταυραετός και η αιώνια επιστροφή στου ίσκιου τ' αγκωνάρια,
κι ο ναυαγός ταξιδευτής στις αμμοθίνες χαράζει
βήμα, και το λιβάδι της ποσειδωνίας,
του δίδεται ως η κολυμπήθρα των στεναγμών του.
Όλβιος ο πρίγκιπας των κρίνων
όπως θωρεί τον κόσμο μας από
της πόλης την εντροπία, υγρά αποτυπώματα με τα πέλματά του
αφήνοντας, σε κάθε ολόγιομο φεγγάρι από την νοτισμένη
τοιχογραφία του ανακτόρου, για να ευφραίνονται
τ’ ασημένια φύλλα της ελιάς και της αμπέλου η ρίζα.
Της αμμωδίας ο αμνός, τη φλέβα γλυκού νερού της θάλασσας,
λάμνοντας αναζητά στου Δία το νησί, και σαν τη βρει,
στο Νώε στέλνει μήνυμα με ολόλευκο περιστέρι,
ν’ αλλάξει ρότα και να ’ρθει τη γη να διαφεντεύσει.
Στην πύλη της Ιστάρ η Αμυίτις δάκρυα θα στάξει στο χώμα
– ο Ναβουχοδονόσορ σκιάζεται
τις νύχτες – που θα φτάσουν στον Ευφράτη,
έως ότου το ποτάμι ξεχειλίσει, τυλίγοντας
τα τείχη της Βαβυλώνας.
Όταν τα νερά κατακάθισαν, σμήνη πουλιών έριχναν σπόρους
παραδεισένιων λουλουδιών, τη δυστυχία της να ξορκίσουν.
Αμέσως φύλλα πέταξαν
κι άνθισαν κι ευωδίασαν σε κρεμαστούς κήπους
κι έζωσαν την πόλη, και τ’ αηδόνια στα κλαριά
πετούσαν κελαηδώντας.
Το μήνυμα το έλαβε ο ραβδοσκόπος του Σινά και το ραβδί του
τον οδηγεί, στην καιόμενη βάτο- για κρουνό νερού η γης μιλά
- μα ποιος βαστά να την ξεριζώσει, που αντί γι’ αυτό που πεθυμά
λάβα θα βγει και θα τον κάψει.
Το ανάκρουσμα, θα φτάσει στο μάντη της Φαιστού,
με τα νερά να ξεδιψούν τα χαμολούλουδα,
και τα πουλιά, γιατί η θεά Άρτεμις, όπως του παράγγειλε
βαριά κατάρα θα ρίξει επάνω τους.
Γιατί με τη σκιά του άλλου κόσμου, το σώμα συνορεύει,
και είναι φτιαγμένο από νερό, φωτιά, στάχτη και θειάφι,
και να γυρίσει θέλει
– κρυφά αφουγκράζεται η γης –
στα μητρικά νερά του, και τον κόσμο αυτόν, ποτέ ξανά
να μην τον αντικρίσει.
Κι αν ήταν χρέος η επί γης ποινή του,
ας του δοθεί χάρη σύντομα να τελειώσει, και στις θάλασσες
των Ουρανών να ταξιδεύει εσαεί.
Ανοίγει δρόμους με τους αρμούς του,
ζωές αταξίδευτες σα ρούχο τους το φορούν,
χτίζοντας βωμούς στα βότσαλα,
προσδοκώντας, όταν το δικό τους κύμα κοπιάσει
για να τις πάρει, να ’ναι ψηλό σαν το βουνό,
για να χαρούν τα ύψη.