Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

ΤΕΛΟΣ του 2012


 

«Όποιος τους φθόγγους του νερού
Δεν μπόρεσε να μάθει, άπραγος λόγος τον μετρά
Κι άπραγος δρόμους παίρνει.»
( από το ποίημα « το νερό»)

 «Δρόμος δίχως ωκεανό δεν υπάρχει!»
(από το ποίημα «το λυκόφως»)

 ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σε όλους, και σας ευχαριστώ για τις αναγνώσεις
Των ποιημάτων μου.

ΥΒΡΙΣ


 

Σε τύμβο τροπαίων μια πεταλούδα
 – μετεμψύχωση ιέρειας στην Καλκούτα –
Αναλήφθηκε στο όλον, ενώ την ίδια στιγμή,
Μέγας τυφώνας ξερίζωνε από τον χάρτη
Πόλεις, σε παράκτιες περιοχές της άπω ανατολής.
Εγκάθειρκτος συλλέκτης του παράλογου,
Αγνόησε  την εύνοια των Θεών στο πρόσωπό του και,
Κυριευμένος από το θάμβος των χρωμάτων της,
Την θανάτωσε. Όμως το κάρμα της,
Είχε ρίζες θεϊκές από το Θιβέτ, και η ιεροσυλία
Αυτή  εκλήφθηκε ως ύβρις στα ουράνια.
Νύχτες ολάκαιρες διαλαλούσαν τα σημάδια τους
Τ’ άστρα, με τις προφητείες των μάγων
Για  τον επερχόμενο όλεθρο, όπως και
Με το κλάμα των εμβρύων. Μετά τον κατακλυσμό,
Όλα τα ποτάμια έρρεαν με κόκκινα νερά, από αίμα
Υπερούσιο, κι όλοι οι ροδώνες στα περίχωρα
Της πόλης μαράθηκαν –μελανθής ορίζοντας –,
Ενώ τα πουλιά, μετανάστευσαν σε άλλους τόπους
Περίλυπα. Η ύβρις έφερε την ερήμωση, και
Ότι απέμεινε ήταν, σκόνη και πέτρες
Με φλέβες από χρυσάφι. Όμως, όποιος
Τις κρατούσε στη φούχτα του έχανε
Αμέσως τα λογικά του.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

IND-O


Πήρα το 000 να πάω στο μετρό κι από ‘κει στη πλατεία των αναστεναγμών. Είναι μέρες προετοιμασιών για τα Χριστούγεννα της πόλης- άπολης, με το στολισμό της πλατείας της  σε γιορτινή ατμόσφαιρα, που ως συνήθως γίνεται  αυτό τον καιρό. Είδα λοιπόν όπως βρέθηκα εκεί, να ανασηκώνονται σκαλωσιές, ωσάν ν' ανεγειρόταν πολυώροφο κτίριο, με πλήθος εργαλείων και ανθρώπων σε πλήρη εγρήγορση. Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν, ότι μάλλον, εδώ θα κτιζόταν ένας προκατασκευασμένος  χώρος για τους άστεγους της πόλης κι ότι όλοι εμείς θα τους προσφέραμε ότι μπορούσαμε, με κατάθεση ψυχής! Παντού υπήρχαν αφίσες της ind-o, σάν κάλυμμα των εργασιών που γίνονταν τριγύρω. Όμως την επόμενη φορά που βρέθηκα εκεί,  η πλατεία –όπως την διαπερνούσα ξανά μέσω των κιγκλιδωμάτων που έστησαν οι τεχνίτες – μου επιφύλασσε την έκπληξη της ζωής μου, όταν αντίκρισα το αποτέλεσμα του στολισμού της: με τέσσερεις πύργους στις άκρες της και ένα στη μέση, με γιγαντοαφίσες τις ind-ο και στο κάτω μέρος τους, το σήμα του δήμου σε μικρογραφία· αισθάνθηκα αμέσως, ότι πια, είμαι μία αναχρονιστική ύπαρξη ανίκανη ν’ αντιληφθεί τα τεκταινόμενα του σήμερα και να μετουσιώσει το απαύγασμα του πολιτισμού των ηλιθίων. Θέλω λοιπόν να ευχαριστήσω την IND-O που επιτέλους έμαθα, ότι στη γέννηση του Θεανθρώπου θα επικοινωνούμε εμείς οι αδαείς –με την προσευχή –, ωσάν τα πρόβατα που βελάζουν  επί σφαγή:  μέσω της iiiiiinnnnnddddddd-ooo με το Θεό. Σκεφθείτε όμως όταν το σύστημα της επικοινωνίας έχει πρόβλημα!!!Μη σκάτε αδέρφια η IND-O ξέρει! "Αναμείνατε στο ακουστικό σας"!!! Θα μας ενημερώνει, με στοιχειωμένη ανάσα, αργού θανάτου.           

Όταν δε τα μικρά παιδιά τα πάνε οι γονείς τους στην κεντρική πλατεία, στη χώρα του "ποτε", θα καταλάβουν ότι για να εισακουστούν από τον Θεό ή τον Άη Βασίλη πλέον, πρέπει αυτό να γίνεται μόνο μέσω της IIIIIINNNNNDDDDD-OOO. Αδέρφια!!! Να μας χαιρόμαστε, και του χρόνου!!!

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

TIK TAK TIK TAK TIK TAK...


 

 

Στερέωμα μέσα στην ομίχλη του ύψους – άμετρη πέτρα, θόλος
Γαλαξία –Από υλικό αχειροποίητο· μέταλλο άυλο που
Αντικατοπτρίζει σκάλα δίχως υποστύλωμα,
Όπως χάνεται στα σύννεφα με δείκτες
του ανέγγιχτου χρόνου και σε συλλαλητήρια των άστρων.

Κορμιά γυμνά με μάσκες της ανέκφραστης ειμαρμένης,
Από την απόκρυφη πύλη του, παρελαύνουν εισερχόμενα,
Ενσαρκώνοντας απόκοσμους ήρωες· ενώ στο τελείωμα
Της ανάβασης, αποκτούν γυάλινα φτερά, και
Χάνονται στις παρυφές του ασκεπούς ουρανού.
Μικρά παιδιά σε ουράνια πεδία με ξυλομπογιές
Ζωγραφίζουν ιπτάμενο καράβι –μ’ εμβατήρια πουλιών
Για  το ματαιωμένο ταξίδι μιας οδύσσειας –
Όπως προσάραξε σε σκιώδη μάτια ανυπομονησίας,
Μέσα στις συμπληγάδες του γαλάζιου· φαντασμαγορία
Σε αργή κίνηση φωτεινών συχνοτήτων καθώς,
Υφαίνουν με χρώματα την ίσαλο γραμμή του ανεστραμμένου
Κόσμου, προσμένοντας το κατευόδιο των αέρηδων.

Μοναχοκόρες λέξεις δραπετεύουν στο νεφέλωμα – ανεόρταστες
Της νυχτερινής νεροποντής από οδοδείκτες νερόλακκων–  
Ταιριάζοντας αναμνήσεις με ιερογλυφικά στην πλώρη του.
Φτιάχνουν και σε χαρτόνι με νερομπογιές ουράνια σήματα,
Των οδοιπόρων της χαραυγής, ώστε να μη χάσουν το δρόμο τους
Στ’ όνειρο τις μέρες της αγρύπνιας.
Τικ τακ, τικ τακ, τικ τακ… ο άνεμος  κτυπούσε ρυθμικά,
Τ’ ασήμαντα της καινούριας μέρας. Αύριο πάλι!

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

ΔΙΘΥΡΑΜΒΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

(έργο του ζωγράφου Νικήτα Φλέσσα)
Επιμετρά ερειπιώνες βίων όπως,
αναθυμάται ξεθωριασμένες συνυπάρξεις
ο διθυραμβικός κύκλος του βίου αβίωτου
και μονολόγους αδρανείς των τύψεων.
Ψηλαφεί  εντοιχισμένες προσδοκίες
και σκεπάζει τα σημάδια τους
με ανακοινώσεις ματαιώσεων,
σε δρομολόγια απαγορευμένου απόπλου.

Άναρχο εδάφιο παλίμψηστου καιρού
σε μία δέσμη φωτός με σκόνη
επιστρέφει  τα μεγέθη ζωών
αίολα καθώς είναι στις μάχες
του αδυσώπητου χρόνου.
 

Αντίδικο το παρόν ωσάν καταιγίδα
του φώσφορου
κύκλους κυκλώνει – Κύκλωπας –
ως ραψωδός των ανεμολογίων.

Νυκτοπόρος  με μειδίαμα σατύρων
και με τη συνωνυμία του έαρος    
ευαγγελίζεται ακροάσεις των θνητών
σε τόπους ερέβους όπως σωπαίνει αναπόδεικτο.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

ΕΩΘΙΝΗ ΑΠΟΥΣΙΑ

(έργο του ζωγράφου Γρηγόρη Σαρακηνού)

Αξεδίψαστη, η παλλόμενη απουσία όταν,
Στο ξεθωριασμένο φως μαθαίνει,
Του σώματος την στοιχειωμένη ώρα.

Αναλλοίωτες εκφράσεις σε λαβωμένα μάτια,
Εξαγγέλλουν τις ρυτιδωμένες περιπλανήσεις
Του βλέμματος σε παλινωδίες αιχμής,
Στην κάμαρα των απόηχων, με τα θυμητικά των τοίχων.
    
Τρικυμίζουν τα σκιρτήματα της αδίστακτης σάρκας,
Όπως επιμετρά τους πυρακτωμένους αρμούς της,
Σ’ ένα αδυσώπητο σύνθημα συμβιβασμών.
Χαράζουν το σοβά οι μαρτυρίες των πόθων και
Η ανορθόγραφη ανάσα φυσά την άρμη του χρόνου,
Σκουριάζοντας  βήματα και διαδρομές.

Της σκίασης το παράπηγμα κι ο ερειπιώνας του σήμερα,
Τη στέρηση του έαρος δίδαξαν στα περίχωρα των βράχων και,
Στις αδιάβατες ημερομηνίες των αποχωρισμών.

Τώρα το νυχτερινό ωράριο της προσμονής,
Εσωκλείει ένα ερώτημα με άγραφη σκέψη, περιμένοντας
Απάντηση από παραλήπτη δίχως διεύθυνση.
Το πρωί θα λάβει την παρηγορητική καλημέρα
Μιας ακόμα μέρας καθώς θ’ αντιγράφει την προηγούμενη.

Το χάραμα θα δώσει ξανά το σύνθημα
Της επ’ ώμου συνθηκολόγησης με το αύριο.
Η μνήμη θα εκπυρσοκροτεί τον αέρα και,
Τα μεταναστευτικά πουλιά , ποτέ πια
Δεν θα ξανά περάσουν, από τον τόπο του μαρτυρίου
Της εωθινής  αυτογνωσίας, που σαλπίζει ματαιώσεις μιας ζωής.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

ΧΡΥΣΟΜΥΓΕΣ

Στον σύντροφό μου Άρη-Αρίκο

1

Έχει το δικαίωμα η ανθρωπότητα να υπάρχει με ισονομία και ισοπολιτεία, αλλά με την πανταχόθεν καλλιέργεια της μάζας· όπως το αηδόνι που συνεχίζει να κελαηδά λίγο πριν το χάραμα στους άγρυπνους φύλακες των αξιών της ζωής, ή στους αγραυλούντες των χαμολούλουδων, ενώ η κατά φαντασία αστική τάξη και οι αμετροεπείς – η καθεστηκυία τάξη – κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. «Είναι αβάσταχτη η τόση αχρειότητα που με εμπλέκει εν αγνοία μου». Ευτύχησα που είχα δασκάλους και γονείς που μου έμαθαν πρωτίστως να αυτο-ανακρίνομαι κάθε βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ.
Λένε ότι τα πάντα υπόκεινται σε αυτόματους ή μοιραίους νόμους, και η κάθε αντίδραση προϋποθέτει την αντίδραση άλλων παραμέτρων (παραγόντων) και ότι τίποτα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από κάτι άλλο. Όμως πολλές φορές στοχαζόμενος, αρνούμαι να το αποδεχτώ, όταν αντιλαμβάνομαι ότι σε όλα επέρχεται μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού, καθώς εισβάλλουν στην αντίληψή μας – θέση, αντίθεση, σύνθεση – άρα μετουσίωσης, άρα αλλαγής ή ανασύνταξης, των στοιχείων που τα εμπεριέχουν. Αυτό αποδεικνύει, πως το σώμα δέκτης δεν μετακινείται αυτόματα – από τη θέαση ή την επαφή μαζί τους – κι ούτε χιλιοστό από την εισβολή τους εντός μας και, πολλές φορές μένει αδιάφορο απ’ αυτά, λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Απορροφά τους εν δυνάμει κραδασμούς τους, τα αποθηκεύει ή τα αγνοεί, κι όποτε θέλει ή δεν θέλει, τα αποδίδει μεταλλαγμένα ή σε θραύσματα σ’ ένα συλλογισμό προσομοίωσης, όπως και 'κεί που κρίνει σκόπιμο, ή τα εξαφανίζει ανέγγιχτα. Όμως ένας άλλος μου εαυτός έρχεται λάβρος την επόμενη στιγμή, να μου ανατρέψει τη θεωρία μου και να σωρεύσει στη συνείδησή μου καταστάσεις, που αποδεικνύουν το αντίθετο.

2

Πίνω τον καφέ μου όπως κάθε πρωί στο μικρό μαγαζάκι της πλατείας – στου αδελφού μου μουσουλμάνου Μόφα – και παρατηρώντας τις ίδιες καθημερινές συνήθειες των πελατών – καλοκάγαθοι άνθρωποι, αλλά αιχμάλωτοι της ασυνειδησίας τους – ανακαλύπτω τις δικές μου, όπως καθρεφτίζομαι στα μάτια τους, δίχως εμφανή επικριτικό τρόπο· μόνο μερικές φορές με κάποια ανιαρά ευφυολογήματα, όπως μου απευθύνονται με το καλημέρα και με αναστατώνουν, καθώς νομίζουν ότι με ξέρουν, δίχως ν’ αντιλαμβάνονται τον καγχασμό που κουβαλώ μέσα μου, από μέρες και πράξεις ερειπίων, ούτε το σαρκασμό της οδύνης του χρόνου αντίγραφου, όπως με παρασύρει σε αδιέξοδους προορισμούς. Τότε με εφαλτήριο μια υποβόσκουσα έπαρση μου – κατάλοιπο ενός άκοπου παιδικού ομφάλιου λώρου – αναμένω επάνω στη συζήτηση μας την κατάλληλη στιγμή, σε μια λάθος ενδεχομένως εκτίμηση, ή διαπίστωση των γεγονότων που απασχολούν την κοινή γνώμη, για να κατασπαράξω αμάσητο ένα συνομιλητή μου, μ’ ένα ψεύτικο καθωσπρεπισμό, ως δικλείδα ασφαλείας, και να τον αποσυντονίσω σε τέτοιο σημείο, που να βγει στην επιφάνεια ο χείριστος εαυτός του. Έχω διαγνώσει το έλλειμμα αυτογνωσίας των περισσοτέρων, και ωσάν μαχόμενος δημοσιογράφος, ξεδιπλώνω τη καταγγελτική μου δεινότητα, με σημείο αναφοράς τις καθημερινές αντιπαραθέσεις μας, για τα δύο κόμματα εξουσίας, κι ο λόγος φυσικά είναι προφανής, επειδή οι περισσότεροι εξ αυτών τα υποστηρίζουν, στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων μ’ αυτά. Νιώθω σε μέρες οργής εξαιτίας κι άλλων οικονομικών μέτρων που παίρνονται από τους κυβερνώντες, να διολισθαίνω τόσο, όπου αν ήταν δυνατόν ο λόγος μου σαν ξίφος, να μπορεί να πάρει τα κεφάλια κάποιων εξ αυτών. Αμέσως μετά, με μια τρικυμιώδη συστολή, προσπαθώ να εξευμενίσω τα πνεύματα, κι όλη αυτή η μεταστροφή μου, νιώθω να προέρχεται από έναν ασκητή εαυτό μου που διεκδικεί σιωπηρά την πρωτοκαθεδρία στο είναι μου. Φεύγοντας αργότερα από εκεί όπως και κάθε φορά, ξεκινά η εσωτερική διαμάχη των πολλών εαυτών μου, που χρησιμοποιούν την διαλεκτική της αυταρέσκειας έκαστος: με ασυνάρτητες και καταρρακωμένες πολύπαθες απόψεις, με διενέξεις άμυνας κι εφησυχασμούς, ώστε να με καταπραΰνουν. Αυτό το μαρτύριο κρατά ως συνήθως έως το άλλο πρωί, όπου ωσάν μοναχός επιβάλλω εγκράτεια σιωπής στον εαυτό μου, για να τον τιθασεύσω από τις ενοχές του –ο φίλος μου ο Μάνος δίπλα στο καφεκοπτείο καταλαβαίνει αμέσως τις Ερινύες που με κατακλύζουν. Θυμάμαι μια μέρα που ξεστόμισα κάτι, που στην πραγματικότητα είμαι κάθετα αντίθετος με αυτή τη φιλοσοφία: των πρακτικών βίας, με τους αυτόχειρες και οτιδήποτε μπορεί ν’ αφαιρέσει μια ανθρώπινη ζωή. Είπα λοιπόν: "ότι αν είχαν το πολιτικό ανάστημα οι εν ζωή πρωθυπουργοί της χώρας μας, θα έκαναν χαρακίρι μπροστά στον μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, για τα δεινά που έχουν προκαλέσει στον τόπο μας". Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε πολύ, με φωνασκίες ωσάν τους βαρβάρους. Λίγους ανθρώπους έχω συναντήσει στη ζωή μου που μπορώ να απολαύσω τη συζήτηση μαζί τους, με ουσιαστικά πράγματα κι επιχειρήματα απόψεων όπου διευρύνουν το πνεύμα και σε λυτρώνουν από τα καθημερινά.

3

Μέσα στα βιβλία και σε ελάχιστα κινηματογραφικά έργα, βρίσκω διέξοδο στις επιβαλλόμενες ώρες της μοναξιάς μου· αντικαθιστώντας τους ήρωες σε κόντρα ως συνήθως ρόλους, αυτοσχεδιάζοντας με πρωτόλειο υλικό φαντασίας, σε διαλόγους όπου προκύπτουν επιτεύγματα υπεράνω των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Ανήκω στη μεσαία τάξη των αναγνωστών, παρότι σε αρκετές χρονικές περιόδους της ζωής μου, διάβαζα ολόκληρους καταλόγους βιβλίων μανιωδώς, ώστε να μπορώ να αρθρώνω το λόγο σε παρέες σημαντικών προσώπων των γραμμάτων με άνεση· κάτι που μπορούσε να με κάνει αποδεχτό και ισάξιο συνομιλητή τους. Στην πραγματικότητα αποτελούμαι από δεκάδες πρόσωπα της μυθοπλασίας, μαζί με τους απόκρυφους εαυτούς μου, που σε δύσκολες συνθήκες αναδύονται λες, από παρθενογένεση, και ξαφνιάζοντάς με. Υπάρχουν μέρες που βουλιάζω σ’ ένα περιρρέον τέλμα και είμαι ανίκανος να βγω από την απάθεια και την απραξία της ύπαρξής μου. Όλα μου φαίνονται αντίγραφα των αντιγράφων της επανάληψης και μες στην αρχιτεκτονική της νοητής μου φυλακής, καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες ώστε ν’ αποδράσω σε μαγικούς κόσμους της προοπτικής, με κατασκευές της υπερβατικότητας, από υλικά λέξεων, δομημένες με μουσικούς φθόγγους από τα βάθη της ψυχής μου. Τους τελευταίους μήνες ο τετράποδος σύντροφός μου Άρης- Αρίκος αναλαμβάνει πλέον το ρόλο πέραν της συντροφικότητας: του πειραχτήρι, του αγαπησιάρη και του οδηγητή μου στην ηρεμία και στην ταράτσα του σπιτιού μας, παίζοντας μαζί, αυτοσχέδια παιχνίδια. Ένα βράδυ τον παρακολουθούσα από μια άκρη της οροφής, όπως κατέβαζε τ’ αστέρια από τον ουρανό – νοερά κατ’ εμέ – κι έπαιζε μαζί τους, χρησιμοποιώντας τα σαν μπαλόνια, τρέχοντας γύρω-γύρω και χοροπηδώντας σαν μικρό παιδί, ήταν η γλυπτική των αισθήσεων στην έκσταση. Είναι ηλίθιο να χαρακτηρίζουμε κάποιον, λέγοντάς τον ζώο, του δίνουμε αξία φίλοι μου και είναι άδικο γι’ αυτά τα πλασματάκια της φύσης. Ένα απόγευμα ο Αρίκος άρχισε ξαφνικά να γαυγίζει, κοιτώντας προς το ντουβάρι δίπλα στην τζαμόπορτα της βεράντας, δίχως εκεί να υπάρχει το παραμικρό· ούτε έστω μια μικρή πεταλουδίτσα. Η ένταση της επιθετικότητάς του ήταν τόση, που τρόμαξα. Τον πλησίασα να τον καθησυχάσω, αλλά αυτός συνέχισε πιο δυνατά σηκώνοντας τη μουσούδα του στο ύψος ενός αόρατου ανθρώπου. Φάνηκε ότι αυτό το αέρινο ον, σαν να υποχωρούσε έξω από το συρόμενο τζαμωτό, δίπλα στα δίμετρα φυτά, στις δύο μακρόστενες ζαρντινιέρες της βεράντας· σύμφωνα με την τακτική εξουδετέρωσης ενός εχθρού. Ήταν σαν να υπήρχε ένας απρόσκλητος επισκέπτης και προσπαθούσε να με προστατεύσει. Αυτό το γεγονός θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου. Μπορεί να με πείτε ανόητο, όμως είμαι πεπεισμένος πια, ότι τα ζώα αντιλαμβάνονται πράγματα πέρα από το παραπέτασμα του υπαρκτού κόσμου, που όμως, εμείς οι άνθρωποι αδυνατούμε με τις αισθήσεις μας να εισχωρήσουμε και να εισέλθουμε, σε άλλα συμπαντικά επίπεδα. Όλο αυτό κράτησε γύρω στα τέσσερα λεπτά, και παρακολουθώντας το αμέτοχος, βλέποντας τον Αρίκο να αντιδρά περίεργα, ενώ το υποτιθέμενο αόρατο ον, υποχωρούσε, όπως σε συμβάν του δρόμου, όταν ένα σκυλί γίνεται επιθετικό σε κάποιον άνθρωπο και τον αναγκάζει με αργά βήματα να κάνει πίσω. Το περιστατικό έληξε σιγά – σιγά, όταν έφτασε να διαδραματίζεται μέχρι το κάγκελο της βεράντας κι ο Άρης εξακολουθούσε να αντιδρά πλέον με μικρές παύσεις επιθετικότητας, κοιτώντας το κενό, με σηκωμένο όμως το βλέμμα του, έως το ύψος της απέναντι πολυκατοικίας. Επικοινωνούμε πλέον με τον Αρίκο με τα μάτια, ξέροντας τις συνήθειες ο ένας του άλλου, με τις ίδιες ακριβώς κινήσεις όπως ένα παιδί με τις μικρές του αταξίες, που όμως αμέσως τις καταλαβαίνει. Κοιτάζοντάς με μ’ αυτά τα μελαγχολικά μάτια, μου δείχνει πως πρέπει να τον συγχωρώ αν πραγματικά τον αγαπώ, κι αυτό κάνω μετά από ένα βλέμμα μου προσποιητής αυστηρότητας μερικών δευτερολέπτων. Κάθε φορά στη βόλτα μας, προσπαθώ να τον προφυλάξω από τους ψευτοφιλόζωους που αφήνουν κόκαλα στα πεζοδρόμια και που είναι τόσο επικίνδυνα για τα σκυλιά, σε σημείο να έχουν χάσει τη ζωή τους, πολλά απ’ αυτά. Ο αληθινά φιλόζωος, παίρνει ένα αδέσποτο σκυλί ή γατί στο σπίτι του και το φροντίζει κι όση αγάπη του δίνεις, εκείνο σου την ανταποδίδει στο δεκαπλάσιο.

4

Οι άνθρωποι στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν επικοινωνούν· μιλάς σε κάποιον κι εκείνος δεν ακούει τι του λες, και σκέφτεται απλώς πως να σου απαντήσει, ωσάν φερέφωνο της συλλογικής γλώσσας του δρόμου, μ’ ένα περιορισμένο λεξιλόγιο, σύνηθες και φτωχό, με φληναφήματα λαϊκής αγοράς, κακοποιώντας την ελληνική γλώσσα βάναυσα. Όσο για εκείνους των πανεπιστημίων της αποστήθισης ούτε λόγος· φορούν το μανδύα της υποκρισίας με τα δηλητηριώδη τους χνώτα, ωσάν καίσαρες με την απολεσθείσα ύπαρξή τους στο βωμό του κέρδους, και με καθοδηγητή τον παράνομο πλουτισμό. Η μέγιστη δε αποστήθισή τους είναι αυτή του ύψους της αλλοτρίωσης με την οποία παραφράζονται, ακόμα και οι χονδρέμποροι της λαχαναγοράς. Υστεροβουλία, συμφέρον, εγωισμός, μισόλογα, κρυμμένα πάθη, πισώπλατα μαχαιρώματα, και τόσα άλλα συνθέτουν την τιποτένια ζωούλα τους. Αυτό το σύνδρομο της αυτόματης εσώτερης ζυγαριάς του κέρδους και μόνο, με τα αδιάθετα μετρήσιμα της ανυπαρξίας τους, μου προκαλεί εμετό και απέχθεια όταν το αντιλαμβάνομαι στα μάτια τους – δεν ξέρετε πόσο εύκολο μου είναι πλέον να διαβάζω πίσω από τα τείχη της αδιανόητης ελαφρότητάς τους, τις φωτοσκιάσεις στην υποκριτική φευγαλέα ματιά τους, που αναγράφουν υποτίθεται εν κρυπτώ τα πιο υπό ζωώδη ένστικτά τους. Μιλάς σε κάποιον κι ακούει μόνο θορύβους· συρρικνωμένα μυαλά σκέτοι σκουπιδότοποι, ωσάν περιτυλίγματα σαπίλας και ξεδιαντροπιάς. Χρυσόμυγες, που βρωμίζουν αθώων τους βίους και περιμένουν σε μια αδύναμη στιγμή κάποιου συνανθρώπου μας, να ορμήσουν σαν αρπαχτικά. Από την μια άκρη της χώρας έως την άλλη, οι ίδιες απροσχημάτιστες συμπεριφορές, πολιτικών, γιατρών, δικηγόρων και κάθε λογής επαγγελματιών της αυθαιρεσίας και της αδιαφάνειας, με τα πτυχία και τους τίτλους της διαπλοκής και της ημιμάθειας.
Όλοι μας έχουμε μέσα μας έναν θηρίο, σε ραγισμένο στιγμών καθρέφτη της συνείδησης κι εγώ είμαι ένας εξ αυτών, που μάχομαι πρωτίστως με τον εαυτό μου, ώστε να βρω τη γαλήνη μέσα μου. Πολλές φορές από ευαισθησία ή ανάγκη λύτρωσης από τη μοναξιά, λάθεψα με τις επιλογές μου στις ερωτικές ή φιλικές συναναστροφές μου. Δεν δείχνω με τα δάχτυλο τίποτα σε κανένα, απλώς ερμηνεύω ή αυτό ερμηνεύομαι γράφοντας, προσπαθώντας να ξορκίσω τους δαίμονες που με περιπλέκουν πολλές φορές, σε περιστάσεις που έπρεπε με τα χρόνια, να είχα τη σοφία, ώστε να τις αποφύγω. Δεν υπάρχει το συλλήβδην για όλους τους συνανθρώπους μου στο υποσυνείδητό μου· όμως το ποσοστό της απάθειας αυξάνει στο ανθρώπινο συνειδητό και υποσυνείδητο, που είναι η αφετηρία του νοείν, και το θεμέλιο της ατομικότητας. Η χώρα μας έχει απαξιωθεί παγκοσμίως, εξ αιτίας των ατομικών μας συμπεριφορών κι επιλογών. Να ξέρατε πόσο επίκαιρος είναι Ο ΚΑΦΚΑ, που με κάνει να τρομάζω, μη τυχόν γίνω κι εγώ ένα απεχθές ζωύφιο, σπαταλώντας τη ζωή μου χωρίς σκοπό· όπως επίσης προσπαθώ ν’ αποφύγω τα γρανάζια, ενός παράλογου συστήματος αξιών και τους λαβύρινθους ενός πύργου αποξένωσης κι απαξίωσης της ανθρώπινης υπόστασης ή μιας δίκης του εαυτού μου σ’ ένα απρόσωπο δικαστήριο παρερμηνειών μιας λανθάνουσας βούλησης, που συντάσσει νόμους κι αποφάσεις ερήμην μου. Ίσως ο ιστορικός του μέλλοντος, να μειδιά με τον απλοϊκό τρόπο σκέψης όλων εμάς, όταν το μέτρο των συμπεριφορών τους θα διέπεται τότε, από κανόνες εγγεγραμμένους στα κύτταρα τους, δίχως καμιά παρέκκλιση.
Τότε ίσως σ’ ένα φίλο μου θα μπορούσα να του απαντούσα, όταν μου είπε κάποτε: “είσαι πολύ καλός για να είσαι αληθινός”, ότι ούτε καλός είμαι ούτε κακός, αυτά είναι ανθρώπινες επεξηγήσεις και ορισμοί που ουδεμία σημασία έχουν, βλέποντας την κουκίδα που λέγεται Γη από την κόμη της Βερενίκης (η κόμη της Βερενίκης του Γιώργου Γραμματικάκη).

5

Γέμισε ο κόσμος με καρικατούρες ανθρωποειδών. Βαλσαμωμένα όντα, όπως βιώνουν την άθλια ζωή τους αποπνέοντας απορρυπαντικά, ιδεοληψίες και θρησκοληψίες· όμως όλα αυτά τα καλύπτουν μ’ ένα ζευγάρι μάτια δανεικά των καιρών, ή φορώντας γυαλιά ηλίου ακόμα και σε μέρες καταχνιάς, αγορασμένα με την ψευδεπίγραφη ετικέτα της ευμάρειας ,μη χρίοντας ιατρικής περίθαλψης αφού ήδη είναι νεκροί. Φανταστείτε τη Γη δίχως το ανθρώπινο είδος, θα ήταν ο απόλυτος παράδεισος. Αρκετό καιρό ξεκίνησα να πιστεύω ότι είμαστε δημιούργημα ενός άλλου συμπαντικού πολιτισμού, υβρίδια, όπου μας δόθηκαν κι ακόμα μας δίνονται κάποια πνευματικά προϊόντα για να πορευόμαστε, σε προ νηπιακή κατάσταση, αλλιώς δεν μπορούν να εξηγηθούν πολλά πράγματα, ως προς τη δομή μας και τις καταστροφικές μας συνήθειες, που αποδεικνύονται από τις αρχαιολογικές έρευνες χιλιάδων ετών, έως σήμερα. Δεν μπορεί ο Θεός να έχει δημιουργήσει τόσες τερατόμορφες υπάρξεις!

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ και ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ


Βιβλίο της ανησυχίας(Αστρολάβος Ευθύνη)

Στην σύγχρονη ζωή ο κόσμος ανήκει αποκλειστικά στους ηλίθιους, στους αναίσθητους και στους παράφρονες. Το Δικαίωμα να ζούμε και να θριαμβεύουμε κατακτάται σήμερα με τις ίδιες προϋποθέσεις, που ήταν απαραίτητες για να κλειστεί κάποιος σε ένα φρενοκομείο: την ανικανότητα να σκέφτεται, την ανηθικότητα και την υπερδιέγερση...Βρισκόμαστε λοιπόν καθένας παραδομένος στον εαυτό του μέσα στην ερημιά της αίσθησης ότι ζούμε… Όμως οι άλλοι –το γένος του Τέλους, πνευματικό σύνορο της ώρας του θανάτου– δεν έχουν το θάρρος της άρνησης...δεν βρίσκουν καταφύγιο στον εαυτό τους. Ζουν μέσα στην άρνηση, μέσα στην άγνοια, μέσα στην απογοήτευση. Ζούμε, λοιπόν, τη ζωή κλεισμένοι στον εαυτό μας… φυλακισμένοι παντοτινά… μέσα στους τέσσερεις τοίχους ενός δωματίου, μέσα στα τέσσερα τείχη της ακούσιας απραξίας...ο ποιητής, όπως κάθε μυημένος σε ένα απόκρυφο τάγμα, είναι σκλάβος –αν και ηθελημένος –ενός βαθμού και ενός τυπικού.  

Μ Κ

Κάθε ποίημα είναι κι ένα χρονικό της ενσυνείδησης - η προοπτική του εννοηματικού κόσμου που απελευθερώνεται δημιουργικά και κατακλύζει το άτομο μέσα στο συμπαντικό γίγνεσθαι - όπου το μεγεθύνει, το ανθοφορεί και το αναγάγει σε στοχαστικό πεδίο αναδημιουργίας - συνδημιουργίας. Ο αναγνώστης, το ερμηνεύει - κατακτώντας το - ή το προσπερνά αδιάφορα, ανάλογα με την αποκάλυψη - φωταγώγηση - μιας συνιστώσας ή πολλών εντός του, αναζητώντας την καθαρτήρια μετεξέλιξη στο "υπάρχειν". Ακόμα και στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μια αχτίδα φωτός που απρόσκλητα το φωτίζει, μπορεί να δώσει το έναυσμα της στοχαστικής ανύψωσης και της λυτρωτικής διαλεκτικής με την υπαρξικότητα. Οι λέξεις συναντούν τα ηχοχρώματα μες στην αέναη κίνηση τού "(Συν) Είναι" ως συνοδοιπόροι, και ωσάν γενεσιουργές υποθήκες, γίνονται συμμέτοχες στις θραύσεις και στα θραύσματά του, όπως συνεπάγονται μαζί του - συνομολογώντας το Χρόνο άχρονο.

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ
ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ Η ΚΕΡΚΥΡΑ(ΝΕΦΕΛΗ)

Μήπως ο Πόουπ δεν επέμενε ότι, στην ποίηση, «ο ήχος πρέπει να μοιάζει σαν ηχώ του νοήματος»; Με την σειρά του με συνδράμει ο Γιάκομπσον που υποπτεύθηκε ότι η ποίηση, η ποιητική λειτουργία είναι ακριβώς η απόπειρα του γλωσσικού γεγονότος να υπονομεύσει την αυθαίρετη σχέση ήχου και νοήματος, εν ολίγοις, θα λέγαμε, να πιέσει την κίνηση της γλώσσας απ’ τη συμβολική λειτουργία πίσω στη δεικτική-μαγική πρόθεση, ώστε η δόνηση του ήχου, καθ’ εαυτήν, να αναβαθμιστεί από σύμβολο σε συμμέτοχο της εμπειρίας. Ο ήχος δεν είναι μόνον τύπος του πράγματος, είναι μέρος των πραγμάτων, είναι η ψυχή του ονομάζειν ως ρηματικός πόθος γα το αντικείμενο.


Μ Κ
ΦΩΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

Σμύρνα ζύμωσα χρυσό και κρίνα
Για μια χίμαιρα
Μίσθωσα τους δρόμους με το μήνα
Στα εφήμερα

Στων ανέμων είδα τα παλάτια
Φως αντίγραφο
Μου ‘διναν (έπαιρνα) τους πόθους με τα μάτια
Τελεσίγραφο

Νύχτα άμυαλη με το τσακμάκι
Σε πυρπόλησα
Νόστος μ’ έπιασε στην Κατεχάκη
Κι αυτομόλησα

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΙΕΙΝ ΣΕ ΚΥΡΤΟ ΚΑΤΟΠΤΡΟ


Στον Χρήστο Κακουριώτη
 
Πράξη εξομοίωσης όλες οι μέρες -του είπαν!-
Μάγμα διαδρομών όπως συνωστίζονται,
Σε λίγα τετραγωνικά και σε χώρους αναφοράς.
Ταινία που δεν πρόκειται κανείς να τη δει, μόνο
Μερικά ίχνη αφήνοντας, να στοιχειοθετούν
Την παρουσία του ατόμου, σε τρέιλερ στιγμιότυπων.

Μια πράξη ερήμην του, επάνω
Σε  στίλβουσα επιφάνεια, ανοξείδωτων περιοχών,
Καθώς μόνο  «το ανεκπλήρωτο»  αποθανατίζεται, ως
Εύδαιμον -το ανάκουστο υποκείμενο- ενώ
Απομυζά φράσεις και ψιθύρους,
Στη μυστικότητα των ημερών,
Σ’ εργαστήριο της πόλης υπό σκιά.

Μια ξένη ζωή μέσα σε άλλη,
Με κατοπτρικές διαδρομές σε αδιαίρετο παρόν,
Και τη διάβρωση της κυκλικής επανάληψης,
Των πραγμάτων, που το ύστερο παρόν την εκποιεί
Συνήθως, με εκκωφαντική
Σιωπή στο εκκρεμές του χρόνου.   

Ουδόλως αυτονομείται το πρόσωπο μαζί του,
Υπάρχοντας, ως άλλη κατάσταση σε βάρος
Των παραμέτρων που το ενυπάρχουν.
Ένας αντίλαλος, μια πρόταση ή πρόσκληση,
Όπως διασχίζει το σύμπαν και παρεισδύει
Στον αποδέκτη του, ώστε να πραγματώσει
Έργον, ολότελα αντίθετο
Της δυνητικής προδιάθεσης του εκάστοτε
Αποστολέα του. Μια σύμβαση πιθηκίζοντας
Τις παρυφές της πόλης, στον εμπειρικό χωροχρόνο
Και όχι στον γεωμετρικό. Η κίνηση αυτή,
Μπορεί να είναι μια πρώτη πράξη αναζήτησης,
Κι εσωτερικού μέτρου, μα δεν φτάνει, πρέπει
Νοητά να γκρεμίσει τα τείχη του, ώστε να ξαναβρεί
Τα λιβάδια με τ’ αγριολούλουδα του παρελθόντος
Και του μέλλοντος.
«Το κυρτό κάτοπτρο»
Που το εντυπώνει ή το κατοπτρίζει
Ως καρικατούρα του εαυτού του,
Θέλει τόλμη, αν έξω απ’ αυτό απλώσει το χέρι του.
Θα το χάσει! Αν δεν βγει ολόκληρο έξω, από
Το κυκλικό σύνορο της δοσμένης του επίγνωσης.
Το αίτιο και το αιτιατό έχουν διαφορετικά μεγέθη,
Μέσα του συγκρούονται με αντίρροπες δυνάμεις,
Το σώμα κέλυφος είναι απλώς ένα περίγραμμα.
Ο κύκλος με την κιμωλία είναι παιχνίδι του ενός χεριού,
Το άλλο μπορεί να τον σβήνει και, να χάνεται μέσα στη σκιά του.

 Επηρεασμοί από τον JOHN ASHBERY
Σημείωση: το κείμενο  αυτό έχει την προοπτική της μη ολοκλήρωσής του…
θα συνεχίζεται, προσθέτοντας κάθε φορά κι άλλες ανιστορικές παραμέτρους,
που στην ουσία τους όμως, θα είναι γεωμετρικές προσεγγίσεις.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΙΕΙΝ... Ή... ΠΟΙΕΙΝ ΠΟΙΗΣΗ

1

Όσο την κρατούσαν τα πόδια της, έκανε ό,τι μπορούσε για τους συνανθρώπους της. Τώρα, ίσα-ίσα που κατάφερνε να εξυπηρετεί τον εαυτό της, μόνη και με μία πενιχρή σύνταξη.
Εκείνο το πρωινό, άκουσε πως όλα τα μηχανήματα του δήμου είχαν βγει στους δρόμους, μαζί με τις αλατιέρες, ώστε να μην αποκλειστεί η πόλη από τη σφοδρή χιονόπτωση. Χωρίς να χάσει ούτε λεπτό, πήρε την αλατιέρα από το τραπέζι της κουζίνας της και βγήκε στο πεζοδρόμιο του σπιτιού της για να συνδράμει κι αυτή στο πρόβλημα της κακοκαιρίας.

2
Ήταν Ιούλιος μήνας, κάθισε στα σκαλοπάτια της αυλής του σπιτιού του, με μια κούπα καφέ. Η τηλεόραση στο σαλόνι ήταν ανοιχτή, όταν ξαφνικά η οθόνη άρχισε να σωρεύει χιόνι στο πάτωμα. Η θλίψη στην ψυχή του, δεν τον είχε προειδοποιήσει για τα ακραία καιρικά φαινόμενα στην ύπαρξή του! Περίμενε μια συνηθισμένη μπόρα δακρύων.
Η οικονομική κρίση, όμως, οδήγησε δύο φίλους του στην αυτοκτονία κι αυτόν μακριά από την οικογένειά του. Τώρα κανείς δεν ξέρει τι άλλες καταστροφές και θανάτους ο χρόνος θα φέρει.

 
Έσερνε τα πόδια του με τα παλιωμένα παπούτσια του, επάνω στον παγωμένο οδόστρωμα από την ολονύχτια χιονόπτωση. Όλοι τον είχαν εγκαταλείψει, μετά την από χρόνια επήρειά του στα ναρκωτικά. Μόνο ένα μικρό παιδί αντιλήφθηκε –ενώ το κρατούσε από το χέρι η μητέρα του, προστατεύοντάς το– ότι στην κάθε πατημασιά του, άνθιζαν κρυστάλλινα λουλουδάκια με τα χρώματα της ίριδας, που εξέπεμπαν μικροσκοπικές σταγόνες, αιωρούμενες, με άρωμα θεϊκό, λες και όλα τ’ άνθη της γης με τις μυρωδιές τους συνέπρατταν στο βάδισμά του. Το άλλο πρωί, βρέθηκε νεκρός στο εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο που το ’χε ως κατάλυμά του, στην διασταύρωση των Οδών Αδιαφορίας και Ατομικισμού.

 
Επιμύθιο ή ακριτομυθία: (…με το βλέμμα του τρελού…)
 
Στην έριδα του εφήμερου, με τη σκιώδη ανεκλάλητη μυθοπλασία της παρατήρησης, ενεδρεύει το σημαίνον του νοήματος και στο εν δυνάμει ποιείν, έως ότου ο γραπτός λόγος εισχωρήσει στο βίωμα του αναγνώστη (παρατηρητή) και ωσάν ξενιστής το ευδοκιμήσει –ανθοφορήσει– σε άλλες παραλλήλους υπέρ της κατανόησης και ενδεχομένως… με το αντικείμενο ή το υποκείμενο μιας θέασης, της εν κινήσει συνείδησής του… το ταξινομήσει …ή το εξοστρακίσει… ή το θανατώσει…

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ

Στην Ευσεβία και τον Σταύρο Τζεδάκη


Copyright © Paris Prekas
Από την Έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη
 
          Ο Θεός το αποφάσισε και τις έφερε όλες σε τούτη τη γειτονιά ώστε να συνδράμει η μια την άλλη και πάντοτε να είναι παρούσες σε ό,τι κι αν τους συνέβαινε: σε αρρώστιες, γιορτές και ξενιτεμούς. Όλες κεντήστρες, χρυσοχέρες και πρώτες στη λάτρα του σπιτικού τους και στην κατασκευή του μπακλαβά και όλων των γλυκών της χρονιάς, ανάλογα με την κάθε εορτή, αφοσιωμένες στα έθιμα που μετέφεραν από τη Σμύρνη και τα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Οι λαδωμένες λαμαρίνες με τα έργα τέχνης της εύγεστης ζύμης, με τα περίτεχνα σχέδια και τις ξακουστές αυγούλες –πλεξούδες ή μεγάλες σε σχήμα μαργαρίτες, γύρω από ένα κόκκινο αυγό– με τ’ όνομα κάθε μέλους της οικογένειας, δημιουργούσαν στο φούρνο της πλατείας, την αίσθηση της εκστρατείας των τσουρεκιών στην κατάκτηση της γεύσης. 
          Κάποτε όπως έλεγαν: Μία νοικοκυρά δεν είχε τα χρήματα ν’ αγοράσει τα υλικά για τα φτιάξει μπακλαβά κι αποφάσισε να πουλήσει τα κεραμίδια του σπιτιού της, ώστε να συγκεντρώσει το απαιτούμενο ποσό, που δεν ήταν άλλο από ένα εικοσάρικο, για να τελέσει το έθιμο, επειδή ήταν χρονιάρες μέρες και το απαιτούσε η παράδοση – θα ήταν απρέπεια απέναντι στους μουσαφίρηδες να μην έχει να τους τρατάρει με ό,τι προστάζει η χαρμόσυνη μέρα. Γυρνώντας όμως σπίτι της με το συμφωνηθέν ποσό από τον παλιατζή, ανακαλύπτει ότι το έχει χάσει. Τρέχει λοιπόν στην εκκλησία του Άη Νικόλα και γονυπετής τον παρακαλά να βρει το εικοσάρικό της, ικετεύοντάς τον: «Άη Νικολάντσιν μου να εύρω το εικοσαράντσι μου και θα σε δώσω ένα τάλαρο». Γυρίζοντας αλαφιασμένη όπως ήταν στο σπιτικό της, έψαξε την αυλή και όλες τις κάμαρές του, αλλά οι προσευχές της στον Άγιο δεν απέδωσαν. 
          Τρέχει μισοαπογοητευμένη στον καμπινέ και ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπό της – να δροσίσει τη φούντωσή της – από το κρεμαστό τσίγκινο δοχείο με τη βρυσούλα, και μετά ξεπορτίζει συγχυσμένη ξανά με κατεύθυνση τον Άγιο. Άρχισε πάλι τις γονυκλισίες και τα παρακαλετά, με τη διαφορά τώρα ότι θα προσέφερε στη χάρη του, αν το έβρισκε, ένα δεκάρικο. Όμως το αποτέλεσμα δεν ήταν το προσδοκώμενο ούτε τη δεύτερη φορά, όπως και την τρίτη, παρότι ανέβασε την προσφορά στο τάμα της στις δεκαπέντε δραχμές και με τις παρακλήσεις της, επίσης, ήλπιζε ότι θα έφερνε το ποθητό αποτέλεσμα. Όμως τζίφος. Επανέρχεται τότε για τέταρτη φορά στον Άγιο συγχυσμένη και του λέει: «Άη Νικολάτσιν μου να εύρω το εικοσαράντσι μου και ούλο δικό σου, χαλάλιν σου!» Και ω του θαύματος, γυρνώντας στο σπίτι της, το βρήκε στην άκρη της αλτάνας με τα χρυσάνθεμα καθώς είχε ξεχάσει ότι πριν το συμβάν τα ξεχορτάριαζε από τ’ ανεπιθύμητα ζιζάνια.
          Δίχως δεύτερη σκέψη, κλείνει αφηρημένα την εξώπορτα του σπιτιού της και, φθάνοντας στο προαύλιο της εκκλησίας φουρκισμένη όπως ήταν, σηκώνει φωνή ωσάν μαινάδα σε παράσταση τραγωδίας και λέει: «Άη Νικολάντσιν μου δεν σε δίνω τίποτις γιατί είσαι πλεονέχτης!» κι αμέσως γυρίζει την πλάτη της και φεύγει μεγαλοπρεπώς, μα και γαληνεμένη για το παντοπωλείο της πλατείας.
          Τέτοιες ιστορίες άκουγες τ’ απογεύματα με το κέντημα ανά χείρας, έξω από την αυλόπορτα του σπιτιού της γειτόνισσας, που είχε σειρά κάθε φορά για να κεράσει τον τούρκικο καφέ –σ’ αυτά τα μικρά φλιτζανάκια, που έμοιαζαν με τα χρυσά τους σχέδια ότι αντανακλούσαν την ευπρέπεια και την ηθική του κατόχου του– για να βρεθούν και ν’ ανταλλάξουν όλες μαζί κουβέντες και τα νέα της γειτονιάς. Η Βεντζέλενα, η Βαγγελιώ, η Κατίνα, η Αντωνία, η Καλλιόπη, η Ματρόνα, η Λιλίκα, η Ντελίδαινα (Στέλλα), η Σταματία (του Κόνσολα), η Κλεοπάτρα, η Διονυσία και η Σώλαινα (Τασία) συνδράμανε όχι μόνο η μια την άλλη, αλλά κι όπου αλλού τις καλούσε το καθήκον του κάθε συνανθρώπου τους, και στις από πάνω γειτονιές της κοινότητας, δίχως ανταγωνισμούς και με το συναίσθημα της προσφοράς και της αλληλεγγύης ανεπτυγμένο στο μέγιστο βαθμό. Χρόνο με το χρόνο, η παρέα μεγάλωνε με τις νεόφερτες οικογένειες από άλλα μέρη της Κρήτης.
          Έλα μπρε να με διώξεις τις μίες, ζητούσε κάθε φορά που με έβλεπε να περνώ μπροστά από το δωματιάκι της, στην άκρη της αυλής του σπιτιού της θείας μου της Λιλίκας, η γιαγιά Ελευθερία.
          Μα γιαγιά δεν υπάρχουν μύγες, της απαντούσα τις περισσότερες φορές που μου το ζητούσε. Είχε βαρύνει πια και, μες στα βαθιά της γηρατειά, οι σκιές στους τοίχους ήταν γι’ αυτήν μεγάλες μύγες ή αρπαχτικά όπως έλεγε τους Τούρκους, κατάλοιπο της μικρασιατικής καταστροφής.
          Άμα φύω θα με ξεχάσεις μπρε, με ρωτούσε όταν δεν συνέτρεχα στις παραξενιές της.  Εμένα, μπρε, με λέγανε Ελευθερία Καπετάνιου, πριν με νυμφευθεί ο παππούς σου· ήλιος δεν μ’ έβλεπε, έπρεπε να είμαι ολόλευκη ωσάν το γάλα, μόνο οι πλύστρες και οι παρακατιανές ήταν ηλιοκαμένες σαν τις γύφτισσες. Στην πόρτα του αρχοντικού μας, υπήρχε σε μάρμαρο σκαλισμένο ένα κριάρι, αυτό ήτο το οικόσημό μας. Εκατό κολλήγους είχε ο παππούς σου. Ας όψονται οι πολιτικοί στην Ελλάδα που μας εφάανε. Όλα αυτά τα είχα ακούσει δεκάδες φορές.
          Ίντα είναι αυτά που λες στο παιδί Καρβέλαινα; Αυτά πιο εν περάσανε. Ίντα θες και τα σκαλίζεις; της απαντούσε η κυρά-Πάτρα.

Copyright© 2000-2009 Fred E. Salmon, Jr.
Theriso, Crete Oil on Multimedia Board
          Εκεί υπήρχε μια μεγάλη μουριά μες τη μικρή αλάνα, δημιουργώντας ίσκιο το καλοκαίρι και ήταν το πιο σύνηθες σημείο της συγκέντρωσης όλων των γυναικών. Δεξιά υπήρχαν σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Φανουρίου, μετόχι της Χρυσοπηγής, περιοχή του Δήμου Ηρακλείου. Το σπίτι μας ήταν εκεί δίπλα, μετά από ένα εγκαταλελειμμένο κτίσμα. Από εκεί είχες θέα στην είσοδο του λιμανιού, αφού υπήρχε μια υψομετρική διαφορά από την επιφάνεια της θάλασσας. Μετά τον εσπερινό ή την πρωινή λειτουργία, το προαύλιο της εκκλησίας γέμιζε με παιδικές φωνές και παιχνίδια και η μοναχή Ξένη, μας μοίραζε κομμάτια άρτου και φανουρόπιτας. Η μοναχή Ξένη ήταν σαν δεύτερη μάνα μας· όταν αναπαύθηκε εις τους ουρανούς, μαθαίναμε λίγο- λίγο σε πόσους συνανθρώπους μας είχε συμπαρασταθεί οικονομικώς και με όσες δυνατότητες είχε. Κάθε φορά που την επισκεπτόταν ο ανιψιός της Χαράλαμπος Γαργανουράκης –σπουδαίος λυράρης– πετούσε στα ουράνια από τη χαρά της.
          Ήταν γιος της αδελφής της Ερασμίας, από το χωριό Άγιος Θωμάς του Νομού Ηρακλείου. Μικρό παιδί όπως ήμουν, αντιλαμβανόμουν μ’ ένα περίεργο τρόπο τα συμβάντα γύρω από τη μικρή μας γειτονιά και τις συζητήσεις των μεγάλων, λες και ήμουν ταγμένος να παρατηρώ τα πράγματα, και τα απογεύματα στο εσωτερικό προαύλιο του ναού, στο τσιμεντένιο πεζούλι, με τον μοναχό Μακάριο να κάνουμε αναλύσεις, προσπαθώντας να τον εντυπωσιάσω. Ήταν άγιος άνθρωπος και εξομολογητής ξακουστός σε όλο το νησί. Ερχόταν από τη μονή της Αγκαράθου, της Επαρχίας Πεδιάδος, για να επιτελεί το έργο του. Όλες οι κοινωνικές σχέσεις και η καθημερινότητα μας είχαν ως επίκεντρό τους τον θαυματουργό Άγιο Φανούριο. Κατά χιλιάδες συνέρεαν κάθε χρόνο στη χάρη του με τάματα, πρόσφορα και αρτοκλασίες.
          Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν μία από τις ημέρες της συλλογικής προσφοράς, με το στολισμό του Επιταφίου. Η γνωστή γυναικοπαρέα, και με όλα τα παιδιά της γειτονιάς, πιάναμε δουλειά από το χάραμα. Κάθε παιδί, μ’ ένα πανέρι στα χέρια, τρέχαμε από σπίτι σε σπίτι και μας έδιναν κάθε λογής λουλούδια για το στολισμό του Επιταφίου· οι γυναίκες αναλάμβαναν να τον ντύσουν με μεράκι σαν πολύχρωμο κέντημα. Το βράδυ, η ατμόσφαιρα ήταν κατανυχτική ψέλνοντας τα εγκώμια όλοι μαζί, με μπροστάρηδες εμάς τα παιδιά, αφού είχαν προηγηθεί και οι απαραίτητες πρόβες. Το Μεγάλο Σάββατο, μαζεύαμε ξύλα και πάνω στο σωρό τοποθετούσαμε ένα ομοίωμα του Ιούδα και του βάζαμε φωτιά στο πρώτο Χριστός Ανέστη, με τον ήχο των χειροποίητων βαρελότων.
          Τη μέρα της Αναλήψεως, η ακτή δίπλα από το παλιό λιμάνι του Ηρακλείου γέμιζε κόσμο, και η κάθε οικογένεια έστρωνε μία κουρελού και όλοι απολαμβάνανε τα φαγητά που η κάθε νοικοκυρά προετοίμαζε αποβραδίς. Το έθιμο ήταν, μετά το πέρας της συνεύρεσης, να κουβαλά ο κάθε αρχηγός του σπιτιού μια πέτρα μέσα από τη θάλασσα που επάνω της είχαν φυτρώσει φύκια, ως γούρι κι επίκληση για ευημερία και καλή σοδειά από τους αμπελώνες και τους ελαιώνες της φαμίλιας.
          Νίκο! Αντώνη!
          Ορίστε, κυρά Καλλιόπη, απάντησαν με μια φωνή οι φίλοι μου.
          Σήμερα θα μαγειρέψω ντολμαδάκια με φρέσκα φύλλα, να έλθετε να φάμε παρέα.
          Αχ, μητέρα Καλλιόπη, γιατί μου το κάνετε αυτό; απάντησε ο Νίκος, και συνέχισε: Έχω γίνει ένας κοιλιόδουλος, αλλά τα ντολμαδάκια σας με κολάζουν και θέλω να φάω όλο το τσουκάλι.
          Τι είναι αυτά που λες παιδί μου, πάνω στην ανάπτυξή σου! Να τα φας όλα, με τόσο διάβασμα, αγαθοεργίες και νυχτερινές λειτουργίες σε πολλούς ναούς και παρεκκλήσια, θα πέσεις κάτω! Και ψελλίζοντας συνέχισε: «Ήμαρτον Θεέ μου, μ’ αυτό το παιδί,κι εσύ όμως, το περνάς από πολλές δοκιμασίες.»
          Ο Αντώνης όπως πάντα λιτοδίαιτος, άκουγε μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα τη συζήτηση, αποδεχόμενος σιωπηρά την πρόσκληση. Ήμασταν και οι τρεις παιδιά της εκκλησίας και αχώριστοι φίλοι, ταγμένοι στο Θεό με μια έμφυτη κλίση προς αυτό. Ο Νίκος πρόσεχε να μην πατήσει ούτε μερμήγκι στο πέρασμά του, ευγενής και προσηνής, με τον καλό λόγο πάντα στο στόμα. Ο Αντώνης ήταν ευγενής μα και απόμακρος, πολλές φορές ένιωθα ότι πάλευε με κάτι εντός του, προσπαθώντας να βρει τη γαλήνη μέσα του· μετά ανακάλυψα ότι ένας του αδερφός, κοσμοπολίτης, ήταν επιθετικά αντίθετος με την επιλογή του προς την εκκλησία.
          Να μου το θυμηθείς! Σ’ αυτά τα παιδιά κάποια μέρα, θα ευοδωθούν οι κόποι τους και θα γενούν μεγάλοι και τρανοί. Εσύ να δω τι θα κάνεις, που θες να ξέρεις τι γίνεται στον κόσμο και δεν βρίσκεις ένα σκοπό να συντελέσεις. Η Μάνα μου δεν είχε άδικο, έπρεπε ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις να ισορροπήσω και να βρω το δρόμο μου. Από τη μια ο άξιος πατέρας μου, με τις κομμουνιστικές πεποιθήσεις του, κι από την άλλη η μάνα μου, με την απέραντη πίστη στον Θεό και με σκοπό της ζωής της την προσφορά στους συνανθρώπους μας. Έπρεπε να περάσω από τη μεγάλη ατραπό της ζωής μου –ίσως και προσωπική επιλογή– για να αντιληφθώ το πιο απλό πράγμα, που εμπεριέχει τα πάντα μέσα του: «Αγαπάτε αλλήλους». Ο φίλος μου ο Νίκος Χορευτάκης και νυν Πατριάρχης και Πάπας Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, βρήκε το δρόμο του προς τον Θεό με το θεάρεστο έργο του, όπως και ο Αντώνης Δημητρίου, Μητροπολίτης στα βάθη της Αφρικής (Θεόδωροι εν Χριστώ και οι δύο). Εγώ ακόμα παλεύω στις φουρτουνιασμένες θάλασσες του αγνωστικισμού, ωσάν άπιστος Θωμάς. Όταν βρέθηκα στα Ιεροσόλυμα στην αρχή της εφηβείας μου, στη σχολή του Πατριαρχείου, έξω από τα τείχη στη Σιών, ένας συμμαθητής μου, που αντιλαμβανόταν τις ανησυχίες, μου μια μέρα μου μίλησε με διακριτικότητα: "Αδελφέ μου, ο Θεός έχει όραση και ενόραση των πάντων, ο άνθρωπος όχι! Εσείς στη Κρήτη χορεύετε τον πεντοζάλη, κι όλες οι κινήσεις του χορού δείχνουν μιαν ετοιμότητα για πόλεμο, εξ’ αιτίας των πολλών κατακτήσεων που υπέστη το νησί σας. Εσύ, όμως, δεν έχεις λόγο ανησυχίας· ασχολήσου μόνο με το Θεό. Εδώ δεν υπάρχουν καταχτητές, μόνο μέσα σου· και αν το θες, «ειρήνη υμίν»."
          Ακούετε φιλενάδες μου ίντα άκουσα εψές βράδυ από το στόμα της γιαγιάς μου, λέει η Ματρόνα.
          Τι άκουσες μαρή Ματρόνα; ρώτησαν με μεγάλη περιέργεια οι περισσότερες στην παρέα.
          Όταν, λέει, μια χρονιά ετρυγούσανε, βρήκαν επάνω σε μια κορμούλα της άμπελος μια φωλιά οχιάς με τ’ αυγά της. Για να κάνουσι χωρατά, επήρασι τ’ αυγά του ζωντανού και τα έκρυψαν. Επερίμενάν το κι όταν εγύρισε και δεν εβρήκε τ’ αυγά του, έφυγε και πήε κάτω από την ελιά που ήτο το σταμνί με το νερό κι έφτυσε μέσα το δηλητήριόν του. Μετά εξανάβαλαν τ’ αυγά και η οχιά εγύρισεν εις το σταμνί, κουλουριάστηκεν γύρω του σφικτά, έως που το ’σπασε για να μην πίουσι το νερό και φαρμακωθούνε.
          Την ελιά εφοβήθηκε, επειδή κι αυτή εψήφισεν στις εκλογές κι έχει πολιτικόν μέσο καημένη μου. Τ’ ακούς τι σε λέω εγώ; αποφάνθηκε η κυρά Σόλενα. Όλες άρχισαν να ξεκαρδίζονται στα γέλια, κοιτώντας τη μουριά μήπως ψήφησε κι αυτή στις εκλογές.
          Στο προαύλιο του Αγίου Φανουρίου, στο τσιμεντένιο του πεζούλι, ξαποσταίνουν, αφού πριν προσκυνήσουν τη χάρη του, χιλιάδες άνθρωποι που συρρέουν κάθε χρόνο, ζητώντας του να κάνει το θαύμα του στο πρόβλημά τους. Στην αυλή του ονειρεύτηκαν και τον παρακάλεσαν άνδρες και γυναίκες που σήμερα διαπρέπουν στα Γράμματα και στις Τέχνες σ’ Ευρώπη και σ’ Αμερική. Εκεί γεννήθηκε η σημαντική τραγουδοποιός κι ερμηνεύτρια Γεωργία Βεληβασάκη, όπως και ο τραγουδιστής Ανδρέας Σμυρνάκης που έφτασε να τραγουδήσει στην έδρα του ΟΗΕ στην Αμερική, παρουσία αρχηγών πολλών κρατών. Εδώ γνώρισα τον αείμνηστο τραγουδιστή και μετέπειτα ανθρωπιστή φίλο μου Διονύση Θεοδόση, όπου στον παγκρήτιο διαγωνισμό τραγουδιού διακριθήκαμε μαζί με τον σπουδαίο Μανόλη Λιδάκη, και τράβηξε καθ’ ένας το δρόμο του.
          Στη σάλα, το ραδιόφωνο με τις λυχνίες και τα μεγάλα κουμπιά προστατευόταν από τον πατέρα μου ως κόρη οφθαλμού. Στη φωτισμένη του επιφάνεια υπήρχαν σχεδόν όλες οι μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Τα βράδια, με πολλές προφυλάξεις και σε χαμηλή ένταση, άκουγε τα δελτία ειδήσεων στα Ελληνικά από τα Τίρανα και τη Μόσχα. Οι καιροί τότε ήταν επικίνδυνοι με την πολιτική αστάθεια της χώρας. Συλλήψεις, κακουχίες, καρφώματα, ξυλοδαρμοί και ξερονήσια, και τόσα άλλα δεινά, για όλους εκείνους που πάλευαν για τη Δημοκρατία και την ελεύθερη έκφραση.
          Το πρωί, όπως άνοιγε το παράθυρο η μάνα για ν’ αεριστεί το σπίτι, βλέποντας τα καράβια που σφυρίζοντας εισέρχονταν στο λιμάνι, έσβηναν με μιας οι στεναχώριες της προηγούμενης μέρας, καθώς η θάλασσα μου χαμογελούσε με το γαλάζιο της βλέμμα και με προσκαλούσε σε καινούριες περιπέτειες και σε ταξίδια αναψυχής, της καρδιάς.

Copyright© 2000-2009 Fred E. Salmon, Jr.
Greek Chairs Oil on Board

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ


 

 
Στο Αερικό

 
Στις παρυφές του ουρανού
Μεστώνει το σκοτάδι
Και με τα χνώτα του βουνού
Μες στο ολόφωτο του νου
Θα βρει γιορτή το χάδι

 
Ποτάμι θέλει η ψυχή
Μια θάλασσα η σκέψη
Και της καρδιάς η αμυχή
Σαν αηδόνι να ηχεί
Προτού να σε στερέψει

 
Εσύ βαστάς στην ξενιτιά
Της πέτρας έχεις φλέβα
Κι εγώ γυρεύω τη γητειά
Που κρύβεται μες στη φωτιά
Και στα νερά του Νέβα

 
Είσαι κοχύλι του Σινά
Ψυχάρι της ερήμου
Και ποιος χρησμός να μεριμνά
Όταν μου στέλνεις τα δεινά
Με χρώματα ονείρου

 
Στην κορυφή της προσμονής
Με τα πουλιά γυρνάω
Και σ’ ένα νεύμ’  απαντοχής
Γράφω στη λάσπη της βροχής
Το πόσο σ’ αγαπάω

 
Πάνω στο κύμα περπατάς
Και λάμνεις στον αέρα
Όπου κοιτάξω με χτυπάς
Σαν μια κλωστή σου με πετάς
Στης λησμονιάς τη μέρα

 
Στον Ελικώνα τριγυρνώ
Κι ελλέβορο γυρεύω
Να βρω το φως τ’ αληθινό
Στο μέσα δρόμο ν’ ανοιχτώ
Την πίκρα να παλεύω
(τραγούδι)

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Ο ΘΕΟΣ Ο ΑΘΕΟΣ


 

Στην Γεωργία Βεληβασάκη
Και τον Ανδρέα Σμυρνάκη

 

Στο εκμαγείο του στοχασμού σείεται
Ο Θεός ο άθεος της μνήμης.
Αύτανδρο το σώμα σε αυτόκλητο βυθό
Τον εσωκλείει εντός του. Ένα πουλί πέφτει
Επάνω στον καθρέφτη των αντανακλάσεων
Του ήλιου στα κύματα και
Ραγίζει τα κάλπικες ερμηνείες
Της συνήθειας , σωρεύοντας ορφανά
Μηνύματα με τους κωδικούς
Των αποστάσεων.

Μερόνυχτα αλλοπαρμένα σε κιγκλιδώματα
Των ήχων συνωστίζονται, καθώς
Συντάσσουν ερωτήματα στα ρείθρα,
Με τα τσαλακωμένα φύλλα των εφημερίδων.

Αχαρτογράφητοι βίοι συνδράμουν ασθμαίνοντας,
Με βεγγαλικά πλανέματα το απρόσμενο
Της ειμαρμένης.
Το μέλλον εξορμά αδίστακτα, καθώς
Διαβάζει το φως, πίσω από τα τείχη
Του αδιανόητου, με την αλισάχνη
Των στιγμών φωτίζοντας τις μεταμέλειες,
Που απόκτησαν όνομα και διεύθυνση,
Στα υψίπεδα των λογισμών.

Η σελήνη ακροβολίζεται στις οροφές
Της αϋπνίας μας και μας σταμπάρει
Ως αδέσποτες ζωές στο περιθώριο
Του χρόνου.
Συνεχώς μετακομίζουμε με τους χειμωνανθούς
Των αναμνήσεων, σταθμεύοντας τις νύχτες
Στα εκδοτήρια των δρόμων, ακούγοντας
Τα δελτία των ανέμων, όπως υπαγορεύουν
Το νόστο σε άγραφους μήνες οδύσσειας,
Των διαδρομών μας.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

ΕΠΟΧΕΣ ΜΕ ΒΡΟΧΈΣ


1-Φιλοπαίγμων χρόνος: 1,50 ο ελληνικός
2,50 ο NES
και 0,00 το πένθος του απολεσθέντα χρόνου.

2-Η κατακλυσμιαία βροχή διήρκεσε
αρκετές ημέρες. Όταν σταμάτησε
και φάνηκε το ουράνιο τόξο,
το καράβι ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ
περνούσε πλέον μέσα από το σπίτι μου.

3-Ήταν μοναχικός άνθρωπος. Κάθε πρωινό
γέμιζε τη φούχτα του με σπόρους και τάιζε
αόρατα πουλιά. Μετά μάθαμε ότι ήταν λήπτης
δωρεάν οργάνων, από το γαλαξία των Κβάζαρς.

Μονόστηλα
1 Ζήτησα ένα πέλαγο και μου έδωσες
ένα ποτήρι νερό και σ’ ευχαρίστησα γι’ αυτό.
Έπειτα όμως σκέφτηκα, ότι έπρεπε κι εσύ
να με δεις σαν κατάδικο.

2…με κούρασε ο εαυτός μου, με κούρασαν κι αυτοί
 οι ποιητές που χρησιμοποιούν τους μονολόγους
ωσάν αντισηπτικά της υστεροφημίας τους.
-Αγαπητέ, μήπως καθρεφτίζεις  τον εαυτό σου;

3 …λουλουδάκι του γκρεμού σε λέω
κι όλο ρωτώ που σ’ αγαπώ αν φταίω
κι όμως φταίω

4…μου ζήτησες τσιγάρο και σου έδωσα, όπως
και όνομα. Σε είπα έρωτα. Όμως δεν ήθελα
ν’ ακούσω το βλέμμα σου που κραύγαζε, εδώ ο θάνατος.

5 … το μόνο πράγμα που κουβαλά η ζωή
μέχρι το τέλος της, είναι η σύμβαση του τέλους.

6… μη μου αναστενάζεις, μοναξιά στάζεις και
θα μου κρυώσεις.

7…σε τι διαφέρει η ποινική φυλακή,
από τη φυλακή έξω;
-Στα τετραγωνικά ανόητε.

 8…ισόβια κάθειρξη…
…αποζητώ το θρόισμα της πρώτης μου αμαρτίας
καιρό με ανθοφόριζε και μ’ έκανε Θεό
κι όσο τρυγούσα νόημα με χνώτα της απληστίας
στητό το σώμα τσάκιζα σε θραύσμα νοητό.

ΑΒΙΩΤΟΣ ΒΙΟΣ


 

Στον Άλκη και στην Εβίτα

 

Αναχωρητής από την έρπουσα συνθηκολόγηση
Και ανελέητος, περπατώντας μερόνυχτα
Σε αφιλόξενη γη, έκανα το βράχο λίκνο μου
Κι αποκοιμήθηκα ως κλειδοκράτορας κι αυτήκοος
Της σιωπής, όταν ξάφνου πέρασα το παραπέτασμα
Του χρόνου κι ένας πελιδνός γέροντας πειρατής
Πλησιάζοντάς με, μου χάρισε τα φοινικικά
Δαχτυλίδια της λησμονιάς.
Τείχισε με απόρθητα κάστρα το δρόμο μου,
Κι άφησε έξω την ανθρώπινη μορφή μου.

Περιβεβλημένος με σύννεφο αγαλλίασης
Κι ανερμήνευτος, λάμνω με φωτεινές σκιές
Και αετόσωμα ξωτικά σε πολύχρωμα ποτάμια.
Άνθρωπος όμως κανένας, δεν ήξερε
Ότι το μισό μου εαυτό, τον είχα αποτυπώσει
Στην ατμόσφαιρα του δωματίου μου
Ανακαλύπτοντας τώρα κρυφίως,
Τους ανεξίτηλους ερειπιώνες του αβίωτου βίου μου,
Με τ’ ασυλλάβιστα εσώτερά μου.

Τώρα μπορώ να ριζώνομαι στα κύματα,
Ωσάν τον Οδυσσέα και τον Προμηθέα μαζί και
Ν’ αυτοπροσδιορίζομαι μ’ ένα άυλο σώμα,
Ανασαίνοντας και θάνατο μαζί, χωρίς
Όμως να πεθαίνω, με τα αειθαλή
Ταξίδια της ψυχής μου. 

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΜΑΡΑ



Αεικίνητος κι εντός του, φορούσε τον καιρό της θύελλας,
με μικρές απομιμήσεις θαυμάτων στα μάτια, όπως χανόταν
με τα μαβιά λουλούδια στο βλέμμα,
μέσα στα μερόνυχτα της τρικυμίας του, με τους καπνισμένους τοίχους
και την υδατογραφία στη μεγάλη κάμαρα,
ωσάν την κολυμπήθρα του Σιλωάμ, να εξαγνίζει τη διαπάλη
της στιγμής, στο σύμμεικτο και ανάκατο κόσμο της σκέψης του.
Το πολύχρωμο γυαλί με τους κηροστάτες αντιφέγγιζε
τη θλίψη της ατμόσφαιρας, με την πρόζα απρόσκλητου συνδαιτυμόνα
με τεχνάσματα κατανόησης σε άγνωστη γλώσσα, απαστράπτουσα.

Η σκονισμένη πλάκα στο φωνογράφο είχε ν’ ακουστεί κάποια χρόνια,
ρεμβάζοντας  στη σκόνη και θρέφοντας τους απόηχους
του δρόμου και τις οκνές σκιές, στο μισοσκόταδο της μεγάλης κάμαρας.
Ψηλαφούσε τα σκοτάδια περπατώντας στο ημίφως.
Το εκατόφυλλο ρόδο στο βάζο τού έγνεφε διψασμένο, συμφωνώντας
με τις ενδόμυχες σκέψεις του, ότι τα ποτάμια όλων των ζωών,
σμίγουν σ’ ένα, αλλά οι άνθρωποι το παραβλέπουν.
Μόνο τους αρμούς στο ταξίδι τους καλαφατίζουν στο ίδιο καρνάγιο
κάπου -  κάπου, πιστεύοντας ότι θ’ ανακαλύψουν μετά, τη γη της επαγγελίας.   

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

ΕΝΣΤΑΝΤΑΝΕ


 

 

Σκεπάζεται  από τον όχλο, η αίγλη
Του ρήτορα στο πλακόστρωτο, πέριξ της ρωμαϊκής αγοράς.
Στο παραπλήσιο καφέ ο Ντάντε, ο Τριστάνος, η Ιζόλδη και η Σαπφώ,
Στήνουν τη θεία κωμωδία στους αρχαίους ερειπιώνες του άχρονου ορατού,
Με κομπάρσους, την πρόστυχη μάζα των διαφημιστών της κατήχησης-
Αυτοί που ακονίζουν το μάτι του πλήθους, μοιράζοντας τρις εις θάνατον.
Τους πρώτους ρόλους θα υποδυθούν φασματικά είδωλα της εταιρίας
Που αναπαράγει συλλογικά ασυνείδητα.
Στοίβα οι ξεθωριασμένες μέρες και οι μηνιαίες εκδόσεις
Του νεκρού θεού - Άδωνη - όπως ξεφυλλίζονται από τον Τειρεσία
Στο  παρακείμενο παλαιοπωλείο κι από μηχανής ενσταντανέ. Ο αγνός ιππότης
Στην επικείμενη στιγμή επιδεικνύει στους περαστικούς τη λόγχη και το κύπελλο
- το Γκραλ- με το αίμα του εσταυρωμένου, εκείνοι απομακρύνονται ξαφνιασμένοι.
Το παρελθόν αφισοκολλείται από το γυμνό παρόν. Το μέλλον κατέγραφε
Τις ημερομηνίες της παράστασης καθώς περνούσε
Ο μεταμεσονύχτιος συρμός και η νύχτα έτριζε τα δόντια της.
Το χρυσό κλωνάρι ποδοπατήθηκε από το αλαλάζον πλήθος και ο χειμώνας
Επέστρεψε στην έρημη χώρα...