Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΕΛΕΥΣΟΝ

Κέλευσον μέρα πολύρριζη ήχος αεικίνητος

Ολούθε το επέκεινα στο Χρόνο, ωσάν βιγλάτορας και σηματωρός
όπου το Φως κλωθογυρίζει προορισμούς 
όπως ίπταται εορταστικό επί της πόλης και του πελάγους .

Όσα φυλάσσει η άμμος από τον Ωκεανό,
η ταπεινότητα στο μέτρημα θα τ’ απολέσει.
Αθώρητη σωρεύει στο κύμα τ’ αχνάρια της,
καθώς φυγαδεύουν οι ταξιδευτές τις απολογίες τους,
καπνίζοντας ορίζοντες και θρέφοντας αποστάσεις.

Ο Νότιος Σταυρός ακινητεί το ταξίδι με μάτια θυέλλης,
όταν το σώμα σ’ ενύπνιο περιδιαβαίνει,
με ’κείνο το ανήλεο θώπευμα
που φωτογράφισε ο Νόστος με νεύματα  από τα θαλασσοπούλια.

Κέλευσον μέρα αχειροποίητη ήχος σωτήριος

Πολίτης ανέστιος είμαι, σε ατέρμονους δρόμους μυστηρίων.
Της αχιβάδας φωνή με οδηγεί στα πεδία της ουτοπίας.
Εγγαστρίμυθος στην απλοέπεια ευοδώνομαι,
κι αλλοεθνής του κόσμου, αναρχούμαι στη μάχη μου με το Θεό.
Αναδιφώ της γέννας μου το πρώτο γάλα
με την παροδικότητα των ειδώλων
 - όσα κρατούσαν ημερολόγιο του στατικού φωτός.

Τρις εις ζωήν με καταδίκασε
ο χρησμός της ασέληνης νύχτας,
όπως οδοιπορώ, λάμνοντας στις παρυφές του ανεξήγητου,
ακραγγίζοντας τη θέαση του λόγου
με την άναρχη αθανασία των λουλουδιών
της μιας ημέρας, αιτιολογώντας εκστάσεις,
σε νόστο του πρότερου και του ύστερου βίου μου.

Κέλευσον μέρα πολύπορη ήχος της πυγολαμπίδας

Γείρε στην αχλύ, μου είπε φωνή αντίλαλων,
στη χούφτα σου μάζεψε μαντικό νερό
και πιες ωσάν οιωνοσκόπος, ύστερα
αποδέξου το πένθος της απολεσμένης μέρας  που σε διαπερνά.
Της ειμαρμένης σου το μέτρημα, 
στο βωμό του Άχραντου παρόντος πάλλεται.
Τ’ όνομά σου στα ιμάτια των ανέμων ξεθωριάζει,
δεν υπάρχει αντιστρεπτή πορεία,
ούτε αντίτιμο ζωής σε αργυραμοιβούς της οδύσσειάς σου.

Σε νερένιο λαβύρινθο κυλά ο βίος σου και εξατμίζεται
από την κούνια του έως τη λίμνη Αχερουσία.
Ο οίστρος του Αρχάγγελου εναντιώνεται στη γλώσσα των θνητών,
με το σύμφωνο, συμφωνία ή σύμβαση του τέλους,
κρούοντας έναν άηχο μονόλογο της μετάβασης, στην άλλη ολότητα.

Το φωνήεν, φωνή, κραυγή  στο τεφρό της μνήμης βοά,
και με το παρήγορο βλέμμα του καθρέφτη ανασυντάσεται. 
Στο πρώτο κλάμα της γέννας, σπαράζεται η επίγνωση,
ως απόχτημα στου βυθού το λίκνο, και στην άφτερη διαδρομή.

Ο αυλητής μάντης στην Τροία
το ήξερε από τότε, και μοιρολογούσε
στου Έκτορα το γάμο με την Ανδρομάχη.
Είχε προκαλέσει την ειμαρμένη επιλέγοντάς την ως σύζυγο,
τ’ όνομά της μαρτυρούσε το σημάδι του θανάτου.


Κέλευσον μέρα άρχουσα ήχος του απέριττου

Όρθρος του άχραντου Λόγου,
με την γύρη της πληρότητας 
υμνολογεί τις άφωνες αμυχές της ψυχής.
H τελευταία αναπνοή του βουτηχτή στον θάνατο,
ωσάν Ελευσίνια κατάβαση στον άδη.
Σώμα κέλυφος και κιβωτός της ψυχής
που καλαφάτισε ο Απάτωρ Χρόνος
για το μεγάλο ταξίδι.

Κέλευσον μέρα αμόλυντη ήχος της Ταχρίρ

Νυχτερινό σώμα, σε μάτια καθρέφτες ακροάζεται.
Χορδές οι ζάρες στο σεντόνι του, 
παιανίζουν το αψεγάδιαστο της εφηβείας.

Στο απέναντι βενζινάδικο ο μετανάστης Άχμετ
ανασταίνεται μαζί του, με προπατορική μνήμη
κάθε μεσάνυχτα, αλαφροίσκιωτο.
Στοιχειωμένη ζωή νοτίζει το υπόγειο δωμάτιο,
με αποτσίγαρα που αποπνέουν ερημία,
και οι ατρύγητες φλόγες του τον καταβροχθίζουν ανελέητα,
ωσάν καιόμενη βάτος.

Απογυμνωμένη σκιά που την ήβη του
συναντά, εκεί στ’ απόκρυφα του νου
που τελούνται τα Ορφικά μυστήρια των καθαρμών.
Μ’ ένα κουτάκι μπύρα σε διάλειμμα αναψυχής στ’ όνειρο,
ημερεύει την τρικυμία μέσα του, κοιτάζοντας το φεγγάρι
στους δρόμους του άγνωστου και ’κείνο τον ακολουθεί
στο αμετάβατο της κάθε ημέρας του.
Καλωσόρισες στη χώρα των συμβιβασμένων,
του έγνεφαν οι φωτεινές επιγραφές, 
εκείνος όμως δεν ήξερε Ελληνικά.

Κέλευσον μέρα ροκ ήχος του νερού

Είχε ένα γάντζο και μια μαχαίρα η Φωτεινή των πάγων
με το ροδάμνι της πορφύρας στα χέρια.
Ανοξείδωτη φωνή, ο ντελάλης του καλοκαιριού, με το κάρο
που έσερνε το άλογό της: ο Γκάρι Κούπερ,
όπως αγαπησιάρικα τον έλεγε.

Η Οδύσσεια της κάθε ημέρας την οδηγούσε
ωσάν μυθική ραβδοσκόπο στη βιογραφία των δρόμων,
με την αυτόφωρη λιποθυμία του μεσημεριού,
τ’ άνυδρα κορμιά να ποτίσει.
Αναπεπταμένη μορφή του θέρους,
μάνα σεβάσμια "ντε γιούρε ηθικής".
Οι ντερτιλήδες στους καφενέδες με μία ελαφριά κλίση 
της κεφαλής τους, την χαιρετούσαν αναστενάζοντας.

Κουβαλούσε τη νεροσυρμή των διάφανων σχημάτων
αργόσυρτα σε χωματένιες γειτονιές,
φορτώνοντας τον πάγο, από του ΦΙΞ το εργοστάσιο.

"Φθέγγομαι" με φωνή των κρυστάλλων,
ζωγράφιζε η επιφάνειά του καθώς έλιωνε,
κι εκείνη έβλεπε το σημάδι ως ευχή,
μοιράζοντας μ’ ευχαρίστηση τα θραύσματά του
στα ξυπόλητα παιδιά που την ακολουθούσαν,
κραυγάζοντας για τον ερχομό της.

Πέρασαν τα χρόνια και η Φωτεινή αποφάσισε
μια μέρα όπου η θερμοκρασία ήταν υπό το μηδέν
να φύγει για το μεγάλο ταξίδι.
Το πρωτοκύταρο  αειθαλές, θραύσμα κρυστάλλου,
σε φάσμα καλειδοσκοπικών φωτοσκιάσεων, έλαμψε στα μάτια της.
Εκείνη τη μέρα έριχνε χιόνι αλλά είχε και ήλιο μαζί, περιέργως.

Ο Γκάρι Κούπερ έγινε ξανά ιππόκαμπος
όπως του είχε υποσχεθεί η γοργόνα του πελάγους,
μετά το πέρας της προσφοράς του στην κυρά του.
Τώρα χλιμιντρίζοντας τις νύχτες πάνω στα κύματα.
δημιουργεί μαιάνδρους με τ’ όνομα της κόρης
που υπηρέτησε πιστά κι αγάπησε.

"Alea jacta est"
ο κύβος πάγου ερρίφθη,
στο τελευταίο ποτήρι της ζωής της.

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ

Τα άχρωμα πρόσωπα με τις ιδιοτελείς συμπεριφορές τους, τον αποσυντονίζουν, όπως χρησιμοποιούν τη ρητορική του ύφους, την αδιαφορία τους για τα κοινά και την αλλοτρίωσή τους στον καταναλωτισμό. Μέσα στην σιωπή των σκέψεών του έβρισκε έξοδο διαφυγής σιγοτραγουδώντας ένα στιχάκι, «ποτάμι θέλει η ψυχή μια θάλασσα η σκέψη και της καρδιάς η αμυχή σαν αηδόνι να ηχεί προτού να σε στερέψει». Η έλλειψη ειρμού εγείρει ερωτήματα με τη διαλεκτική των συνηθειών τους – έλεγε στο άδειο από ακροατήριο σπίτι του – που ολοένα οπισθοβατούν σ’ ένα απρόσωπο παρελθόν, παρόν και μέλλον, με θραύσματα αναφορών από γεγονότα που φωτίζουν πράξεις της καθημερινότητά τους, που ούτως ή άλλως έχουν τελεσιδικήσει στη ρηχότητα της άθλιας ζωής τους – «ανάθεμα τα προσωπεία σας» κραύγαζε. Ξεχνά μισόσβηστο το τσιγάρο του στο τασάκι κι ανάβει άλλο, στις φλέβες του ρέει οινόπνευμα και όλος ο αέρας και τα αντικείμενα του καθιστικού έχουν ποτίσει νικοτίνη. Βρίζει έναν αόρατο υπάνθρωπο – το κάνει με μορφασμούς και χειρονομίες. Στις πτυχώσεις του χρόνου οι οδοδείκτες των βημάτων του προαναγγέλλουν την αρχέγονη ροπή του ανθρώπου στο λίκνο, στη μήτρα της ζωής, οι συνειρμοί του εκεί τον οδηγούν, που ενδεχομένως του προσφέρει προσωρινό καταφύγιο και ασφάλεια. Η έμπνευση του με σκόρπιες φράσεις, φωτίζοντας το ανείπωτο κενό της μοναξιάς του, τον λυτρώνει περιοδικά. Μόνος και καλωδιωμένος με τις οθόνες της παγκοσμιοποίησης, με βιβλία, εφημερίδες και με το δίλημμα του μέλλοντος όπως καλπάζει, μόνο με την αναφορά του κέρδους και της υλικής ευμάρειας στις δοξασίες του, τον τρικυμίζει. Ασύμμετρες στιγμές τον διαπερνούν με το καλειδοσκόπιο της σκίασης από τα σφαλιστά παράθυρα και τις αντανακλάσεις από τα φωτοστέφανα των θλιμμένων ημερών της επανάληψης. «Ξένος ο εαυτός μας» σκέφτεται, καθώς παρατηρεί της οθόνης τη νοητή προέκταση. «Να δημιουργήσουμε πυρήνες του πνεύματος πίσω από τις γραμμές του συστήματος» ψιθυρίζει στο καναρίνι του, «να βγούμε στους δρόμους και να μιλήσουμε μεταξύ μας γράφοντας σε μία κονκάρδα στο στήθος μας τ’ όνομά μας ως ένδειξη επικοινωνίας. Να σαρώσουμε με τη συλλογική μας ενέργεια την αδικία και την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο». Σιωπή στο στερέωμα, οι ηχοληψίες της ατμόσφαιρας αναθεωρούν τις προσδοκίες του υποκειμένου, θεωρώντας το ως άθυρμα εκτός τόπου και χρόνου. «Πάλι αναβολή των αξιών της ανθρώπινης υπόστασης, πάλι οπισθοχώρηση, πάλι επί ματαίω όλος ο δρόμος κι ο αγώνας της κλήτευσης προς την αλήθεια», μουρμουρίζει. – Γιατί δεν βγαίνεις στο φως; – Θα γίνουν πιο ευδιάκριτες οι χαρακιές μου και δεν το θέλω. Η ερώτηση και η απάντηση είναι δικές του. Είχε αναφέρει κάποτε – σε ανύποπτο χρόνο – ότι ένα καράβι θα ταξιδέψει εντός μιας πόλης περνώντας αυλές σπιτιών, με τις φωνές νεκρών παιδιών να το προϋπαντούν και θα γίνει μνημείο κάποιου μεγάλου θυμού της θάλασσας. Όλοι γέλασαν τότε και κανένας δεν τον πήρε στα σοβαρά – αν και η προφητεία του βγήκε αληθινή στην Ιαπωνία. Τον θεωρούσαν τρελό και ιδιόμορφο, όμως υπήρχε κάτι επάνω του που τον έκανε συμπαθή. Περπατούσε συχνά στην ακτή, μισή ώρα από το σπίτι του με τα πόδια και νοσταλγούσε όπως άκουγε τους παφλασμούς των κυμάτων τα παιδικά του χρόνια, όταν ο πατέρας του τον πήγαινε στη θάλασσα και άφηνε ένα καρπούζι στα ρηχά, ώστε μετά το μπάνιο να το απολαύσουν δροσερό. Εκεί στις περιπλανήσεις τους, του μιλούσε για τη ρώσικη λογοτεχνία και το μεγαλείο της Σοβιετικής ένωσης, αποφεύγοντας όμως να αναφερθεί στα βασανιστήρια και στην καταπίεση του λαού της. Ίσως τελικά και να μη γνώριζε το παραμικρό για ότι συνέβαινε εκεί. Πέρασαν τα χρόνια. Τώρα από την άμμο μαζεύει λειασμένα γυαλάκια από το κύμα δημιουργώντας γλυπτά τα οποία δωρίζει. Κάθε σπασμένο γυαλί και μια ιστορία αναλογιζότανε με αναστεναγμό. Είμαστε κάκιστοι αντιγραφείς του ορατού και του αοράτου, φιλοσοφούσε. Οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να ανακαλύπτουν κάθε τόσο, όλο και περισσότερο τη ματαιότητά τους, συμπλήρωνε. Κάποτε βρέθηκε στο Ασουάν της Αιγύπτου στο Νείλο σε βάρκα με το φίλο του τον Νίκο και ήταν τότε που κλονίστηκαν οι απόψεις του για την συγγραφή και την ανάγνωση της ποίησης. Ήταν ένα απόγευμα, όταν ένιωσε ότι βίωνε στιγμές εξωπραγματικές ενώ περνούσαν ενδιάμεσα από μικρά νησάκια του ποταμού. Σα ν’ αποκτούσε κίνηση ένας υπερμεγέθης πίνακας ζωγραφικής μπροστά τους και εισέρχονταν σ ένα ονειρικό κόσμο όπως κωπηλατούσε ο φίλος τους ο Χάνι. Απόσταγμα και πεμπτουσία της ύπαρξης που έστελνε μηνύματα μυστηρίου. Εκεί έστησε το σκηνικό της φαντασίας του μ’ ένα ποιητή που διάβαζε κι έγραφε, ενώ δίπλα του ένα μικρό παιδί έπαιζε με τον πηλό ανέμελα. Η φύση με τα πουλιά και η άγρια βλάστηση με τους φοίνικες τον παρατηρούσαν όπως κωδικοποιούσε τα χρώματα, τους ήχους και την αιωνιότητα του τοπίου με την γλώσσα των θνητών, ενώ ήταν στον τόπο της επαγγελίας, αγνοώντας την. Λες κι εδώ είχε πέσει η πρώτη σταγόνα της γένεσης, το πρώτο σκίρτημα ζωής κι εδώ ανέπνευσε το πρώτο νήπιο της καρδιάς που με το κλάμα του συντρόφευσε τα κελαηδήματα των πουλιών. Όλες αυτές τις σκέψεις τις ζωγράφιζε στα μάτια του, καθώς άπλωνε τα χέρια του ωσάν μύστης του φωτός κι αμέσως οι χαρακιές τού προσώπου του χάνονταν διά μαγείας.

Εκείνη τη νύχτα στο κατάλυμα που κοιμόταν, το οποίο βρισκόταν επάνω σ’ ένα νησί του Νείλου, μέσα στον ύπνο του άκουσε μία συρτή φωνή σε άγνωστη γλώσσα να τον καλεί. Βγήκε όπως ήταν μισόγυμνος, περπατώντας στο πλακόστρωτο ξυπόλητος και ακολούθησε το κάλεσμα, που τώρα ακουγόταν από την όχθη του ποταμού. Πλησίασε ονειροβατώντας και αντιλήφθηκε ότι η φωνή έβγαινε σχεδόν μέσα από το νερό. Δεν άργησε πολύ για να στρέψει το βλέμμα του προς την πλευρά του καλέσματος. Ήταν ένα χρυσαφένιο σχήμα που επέπλεε και αργά δημιουργούσε μαιάνδρους βυθίζοντας την καμπυλότητά του και συγχρόνως εμφανίζοντας αργά μία άλλη που πριν ήταν αόρατη. Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και οι ραβδώσεις στην επιφάνεια του όντος έμοιαζαν με μεγάλες σαν παλάμη φολίδες ερπετού. Η νύχτα παράφορα μαγευτική αντιφέγγιζε από τους γρανιτένιους ογκόλιθους στο απέναντι νησάκι με τη νωχέλεια του νερού που δημιουργούσε ανάγλυφες συγχορδίες ήχων, σκορπώντας μια ρέουσα κατάνυξη με τα τιτιβίσματα από τα νυχτοπούλια. Χωρίς ίχνος φόβου λύγισε τα πόδια του και κάθισε στην άκρη του πρανές ακουμπώντας με τα χέρια του αυθόρμητα τα γόνατά του σε στάση διαλογισμού. Η τεραστίων διαστάσεων ολόχρυση κόμπρα σιγά – σιγά αναδυόταν μπροστά του εκτείνοντας το περιλαίμιό της καθώς λαμποκοπούσε μες στη νύχτα και ήταν θαρρείς μια εικόνα βγαλμένη από τη μυθολογία. Τον πλησίασε, έκανε το ημικύκλιο από το σώμα του και ανυψωμένο όπως ήταν το εμπρόσθιο μέρος της, στάθηκε πίσω του με την καλύπτρα της να τον προστατεύει σαν θεοκρατικό σύμβολο σε θρόνο των Φαραώ. Με εσώτερους παλμούς του μετέδιδε προφητείες στην αρχαία αιγυπτιακή γλώσσα, απευθείας στο υποσυνείδητό του. Εκείνος αεικίνητος σε κατάσταση νιρβάνας γινόταν αποδέκτης μηνυμάτων που χρόνια τον ταλάνιζαν και όσα βιβλία κι αν διάβαζε δεν μπορούσαν να του δώσουν απαντήσεις για το υπάρχειν και το θάνατο. Συγχρόνως αναδύονταν από τα νερά μπροστά του εφτά φωσφορίζοντες κίονες με ιερογλυφική γραφή χαραγμένη στην επιφάνειά τους, που σαν να γίνονταν ανεπαίσθητες εκρήξεις στην κάθε ανάγλυφη αναπαράσταση – λέξη – με εκλάμψεις, δίνοντας στίγμα αντίληψης στην ανάγνωσή της. Επάνω στον κάθε κίονα υπήρχε κι ένα μάτι διεισδυτικό που επόπτευε σαν φύλακας το δικό του υπό κατοχή αρχαίο κείμενο, ενώ ίπταται αιωρούμενο μπρος πίσω ανάλογα με τις υποσυνείδητες ταλαντώσεις του ιερού φιδιού. Όταν ξύπνησε η μόνη απόδειξη ή στοιχείο της νυχτερινής του περιπέτειας, ήταν τ’ αποτυπώματα από τη λάσπη που άφησαν τα πέλματά του στα λευκά σεντόνια στο κρεβάτι του. Όμως όλα συνηγορούσαν στο πέρασμα της μέρας ότι είχε επέλθει μία μεγάλη αλλαγή μέσα του. Όταν κάποια στιγμή στη βόλτα του πλησίασε το σημείο της αποκάλυψης του αγνωστικισμού του, αισθάνθηκε ένα ρίγος. Σε όλα είχε πλέον απαντήσεις κι ένιωθε λυτρωμένος αλλά συγχρόνως και λυπημένος, διότι μπορούσε στο εξής να διαβάζει τις κρυφές σκέψεις των συνανθρώπων του – κι αυτό ήταν ένα δώρο – δικαίωμα – από τις επικλήσεις του προς τα ουράνια, πολλών χρόνων που έκανε, για να μάθει με ανιδιοτέλεια τα υπερκείμενα της νόησης – δίχως να πληγώνεται με τις αντίρροπες δυνάμεις που συνυπάρχουν εντός τους. Ήξερε πλέον ότι όλο το ανθρώπινο γένος είναι σε μια μορφή υπό σύστασης ενός ανώτερου πολιτισμού που πριν είχε κατοικίσει στη γη, στα εδάφη γύρω από τη Μεσόγειο και μέσω της αντιύλης ταξίδεψε στον Ωρίωνα απ’ όπου μας εποπτεύει. Ο πλανήτης μας είναι ένα αστρικό σχολείο λοιπόν, η κοίτη του "γίγνεσθαι", όπου μας έχει δοθεί το πνεύμα και κρινόμαστε με τον τρόπο που ο καθένας μας το χρησιμοποιεί ή το διαχειρίζεται, ώστε να περάσει στο επόμενο επίπεδο. Αυτή η ζωή είναι ένα είδος μαθητείας κι όλοι οι αποτυχόντες στον γαλαξιακό καιάδα εξαφανίζονται χωρίς δεύτερη ευκαιρία σε άλλη κατάσταση. Η μεγάλη όμως αποκάλυψη ήταν ότι οι θεοί Ρα, Ζαγρεύς, Δίας και Διόνυσος είναι το ίδιο Ον και αποτελείται από μία αδιανόητη μάζα φωτονίων της υπέρθεσης και είναι ο Μέγας καταγραφέας όλων των συμβάντων επάνω στη γη δίχως να παρεμβαίνει, απλώς να κρίνει αφού όλα τα βλέπει και τα κατατάσσει στο υπερπέραν της υπερνόησης. Επιλέγει τους συνεχιστές ή τους άριστους της υπαρκτικότητας ώστε να συνεχίσουν να δοκιμάζονται σε άλλο επίπεδο, με άυλη μορφή. Η πολυπραγμοσύνη του νου στο κροτάλισμα του χρόνου αντιστέκεται όμως, με ρομφαία της: το ανοικονόμητο και ρέον Παρόν, στο μάκρος της ζωής προς την αιώνια μετάβαση - αδόκιμη νηπιακή επίγνωση. Δονείται και δοκιμάζεται με νοητές αμφιταλαντεύσεις, στη θέαση ενός κόσμου που συναθροίζεται στην προβλήτα του ακατανόητου, περιμένοντας το πλοίο τ’ ουρανού στο τελευταίο εγερτήριο κάλεσμα.

Η ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΑΣ (των ορατών κι αοράτων)


 Στον Χρίστο Γ. Παπαδόπουλο και στον Χρήστο Ναούμ

Απόγευμα αποπνικτικό στην παραλία, με άδεια κουτάκια μπύρας και αναψυκτικών, με πλαστικά καλαμάκια, αποτσίγαρα, άδεια πλαστικά μπουκάλια του νερού και κάθε λογής απομεινάρια της επέλασης των βαρβάρων στη θάλασσα. Τα κορμιά των εφήβων ερωτοτροπούν με τον ήλιο, ενώ αλυχτούν οι φλόγες της ηλικίας τους. Πακιστανοί μικροπωλητές και Αφρικανοί, κάνοντας χιλιόμετρα πάνω στην άμμο με φτηνά στολίδια, αναγορεύουν τους λουόμενους σε πρίγκιπες της ονειροπόλησης. Τα απορρυπαντικά και οι γυαλισμένες επιφάνειες των βίων, συναντούν εδώ το αντίπαλό τους δέος.

Ένας ξαφνικός ανεμοστρόβιλος από το πουθενά, σηκώνει τις ομπρέλες στον αέρα και την άμμο κι έντρομοι οι θαμώνες του καλοκαιριού και αλαλάζοντες προσπαθούν να προφυλαχτούν, έχοντας στο μυαλό τους το φαινόμενο αυτό από την αμερικάνικη επικράτεια που βλέπουν κάθε τόσο στα δελτία ειδήσεων. Μία ομπρέλα σε σχήμα τόξου καρφώνεται στο μάτι ενός νάρκισσου που έδειχνε αεικίνητος με το συμβάν. Όπως σφάδαζε από τον πόνο, μια γυναίκα από την Ινδία με τη χαρακτηριστική ενδυμασία και το κόκκινο σημάδι στο μέτωπο έτρεξε κοντά του.

Πήρε μια χούφτα άμμο και με δοξαστικό οδυρμό σε άγνωστη γλώσσα, άρχισε να την μαλάζει με το σάλιο της, επικαλούμενη με τις επικλήσεις της τα επουράνια. Μετά το πέρας του τελετουργικού άπλωσε με τα δάχτυλά της τη λάσπη στο χυμένο μάτι, και ω του θαύματος, σε λίγο σταμάτησαν οι πόνοι του άτυχου άνδρα και καθώς σε λίγο ξέπλενε το πρόσωπό του με νερό –προσφορά γνωστής εταιρίας εμφιαλωμένων προϊόντων καθώς η διαφήμιση κι ο καταναλωτισμός έχουν παντού μάτια– εμφανίστηκε ξανά το μάτι του και, πριν συνειδητοποιήσει το θαύμα και τη χάρη που του εδόθη εκ των άνωθεν, πανικόβλητος όπως ήταν, προσπαθούσε να εντοπίσει την Ινδή γυναίκα η οποία είχε εξαφανιστεί μες στο πλήθος των περιέργων.

Ένα νήπιο πιο πέρα, ξεχασμένο από τη μητέρα του, παρασύρθηκε από ένα μεγάλο κύμα παλίρροιας που δημιούργησε ένα επιβατηγό πλοίο και για λίγα λεπτά χάθηκε μες στη θάλασσα, κάποιοι φώναζαν βρίζοντας κι έτρεχαν πέφτοντας στα κύματα δίχως όμως αποτέλεσμα. Εντελώς ξαφνικά εμφανίστηκε ένα τεράστιο κήτος και, πλησιάζοντας στην άκρη της παραλίας, άνοιξε το στόμα του αφήνοντας το νήπιο με τη παιδική του αφέλεια να περπατήσει στην άμμο, δίχως κανένα ίχνος τρόμου και καθόλου δεν φαινόταν να θυμάται τι του είχε συμβεί λίγο πιο πριν.

Το αόρατο αφτί πιο κάτω άκουγε την ομάδα των διανοούμενων να συζητούν ευαγγελιζόμενοι ένα κόσμο ισονομίας και ισοπολιτείας για όλους, με δικαιοσύνη και αγάπη προς τον πλησίον μας. Κάποια στιγμή τους πλησίασε ένας ζητιάνος, αλλά απέφευγαν με διακριτικότητα ν’ ασχοληθούν μαζί του. Όταν εκείνος τείνοντας με επιμονή το χέρι του έγινε αρκετά φορτικός, ένας από την ομήγυρη τον απώθησε με άγριο βλέμμα. Εκείνος κάνοντας δύο βήματα πίσω, άρχισε να σπαράζει σεληνιασμένος και με απόκοσμα ουρλιαχτά σαν από λύκο, τα πολυκαιρισμένα του ρούχα άρπαξαν φωτιά και καιγόντουσαν σιγά-σιγά εμφανίζοντας αντί για καμένη σάρκα φωτεινούς αρμούς σώματος άλλων διαστάσεων από το δικό του.

Μετά από λίγο, και για ελάχιστα δευτερόλεπτα, είχε μετασχηματιστεί σ’ ένα πανέμορφο άνδρα σχεδόν γυμνό, με ολόλευκα φτερά, ενώ εκείνοι είχαν χάσει τη φωνή τους κι επικοινωνούσαν μεταξύ τους πλέον με γαυγίσματα. Σε μια άκρη της παραλίας όπου οι πέτρες και τα φύκια έκαναν απαγορευτικό το σημείο για τους κολυμβητές, ένα βρέφος ήταν αφημένο πάνω σε απλωμένες σελίδες από το ένθετο γνωστής εφημερίδας, που στη συγκεκριμένη έκδοση είχε συνεντεύξεις γνωστών υπουργών και του πρωθυπουργού της χώρας, όπως και αφιέρωμα σε ποιητές και συγγραφείς του αιώνα που πέρασε.

Το βρέφος είχε αφοδεύσει τους φιλοξενούμενους των σελίδων και χαμογελούσε σε αόρατους γλάρους που το σκίαζαν με τις φτερούγες τους προφυλάσσοντας το από το λιοπύρι του καλοκαιριού και την πείνα – ο χαρτοπολτός άραγε για την έκδοση εφημερίδων και περιοδικών στην οικουμένη, πόσα πεινασμένα παιδιά θα είχε θρέψει αν ήταν γάλα. Η τσιγγάνα μάγισσα μάνα του καθόταν στα ρηχά με όλα της τα ρούχα και με τα σκοτεινά της μάτια παρακολουθούσε τον επερχόμενο θάνατο μιας γυναίκας που χασκογελούσε ανέμελη με το σύντροφό της, επιδεικνύοντας εμμέσως την ευμάρεια της ζωής της.

Η παραλία βρίθει από καιροσκόπους –οπορτουνιστές όπως θα έλεγε ο διανοούμενος– με τ’ αντίγραφα αξεσουάρ του καταναλωτισμού, ωσάν δεκανίκια του φαίνεσθαι επάνω τους –μεγέθη προέκτασης του εαυτού τους– σαν τη μνήμη των ρομπότ, δηλαδή, της διεκπεραίωσης του χρόνου τους, δίχως την κατάκτηση ενός λεπτού σιγής, στη βύθιση της ενδοσκόπησης του πραγματικού είναι της ζωής τους.

Μεσήλικες άνδρες και γυναίκες, που ο δείκτης του ρολογιού στον καθρέφτη τους σταμάτησε στα είκοσι τους χρόνια, και τώρα εξαγοράζουν την έκπτωτη ζωή τους παλιμπαιδίζοντας και θωπεύοντας το θάνατο δίχως να το γνωρίζουν. Άνθρωποι του μόχθου, που μάταια προσπαθούν ν’ αντισταθούν στις ετικέτες κάποιων προϊόντων μήπως και θεωρηθούν δεύτερης κατηγορίας πολίτες, εγκλωβισμένοι από ένα κίβδηλο σύστημα αξιών όπου πρέπει να καταναλώνεις για να υπάρχεις ως άτομο.

Το άχρονο μάτι επόπτευε την τριήρη που προσάραξε στ’ αβαθή και αποβίβαζε τους αθάνατους σοφούς από την οδύσσεια των ορατών κι αοράτων της συνείδησης. Μόνο τα βρέφη, τα νήπια κι ένας αλκοολικός ποιητής τούς αντιλήφθηκαν και τους χαμογελούσαν. Εκείνοι διασκορπίστηκαν στην ακτή και χάραζαν στα παλίμψηστα μέτωπα των ανθρώπων το σημάδι της ζωής ή του θανάτου ανάλογα με τα έργα και τις πράξεις τους και που μόνο οι αστρικοί κριτές μπορούσαν να το αναγνώσουν.

Ένας μετανάστης αποτραβηγμένος στην άκρη της παραλίας –εκεί που το ποτάμι της Πικροδάφνης κατεβάζει από τις περιοχές των «πολιτισμένων» σκουπίδια κι ό,τι φανταστεί ο νους του ανθρώπου– σερνόταν έως το νερό με το ένα του πόδι –το άλλο ήταν κομμένο από το γόνατο και κάτω– για να απολαύσει το μπάνιο του. Απέφευγε να κολυμπά στα σημεία όπου συνωστίζεται η μάζα των λουομένων, για να μην προκαλεί οίκτο με το ατύχημα που του είχε συμβεί και που του στέρησε την αρτιμέλειά του.

Παραδίπλα ακούγονταν κάποια ‘αχ’ και ‘βαχ’ και όσο περνούσε η ώρα άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, ώσπου ολόκληρη η παραλία αναστατώθηκε κι όλοι έτρεχαν σαν δαιμονισμένοι πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο με ουρλιαχτά από τον πόνο και αγκομαχητά. Η θάλασσα είχε γεμίσει από μιλιούνια μέδουσες που τσιμπούσαν τ’ ανθρώπινα σώματα και κάποιες δεκάδες έβγαιναν από το νερό και με τα πλοκάμια τους ωσάν έλικες ελικοπτέρου ορμούσαν σαν σφήκες για το θεάρεστο έργο τους –τέτοιες καταστάσεις πανικού θέλει ο άνθρωπος για να αντιληφθεί τη ματαιότητά του και να πλησιάσει ο ένας τον άλλο.

Εκείνον τον είχαν περικυκλώσει εκατοντάδες και μόνο από τις συσπάσεις του προσώπου του αντιλαμβανόσουν τον πόνο που του προκαλούσαν, όμως παρέμεινε στη θέση του, λες και ήταν γι’ αυτόν το ελιξίριο μιας όμορφης αισθαντικότητας καθώς τώρα ξεχνούσε την απόρριψη και την περιθωριοποίησή του από τους συνανθρώπους του. Σε λίγο αντεστράφη η κατάσταση κι ένιωθε ένα παράξενο συναίσθημα ευφορίας. Δεκάδες μέδουσες περιφέρονταν στο κομμένο του πόδι σ’ ένα αμάλγαμα ενέργειας με ηλεκτρικές εκκενώσεις θαρρείς, αναπλάθοντάς το σαν τις μέλισσες που χτίζουν την κυψέλη τους. Σε λίγα λεπτά το πόδι του είχε αποκατασταθεί, και ολόκληρο το σώμα του είχε αποκτήσει ένα σφρίγος και ομορφιά απόκοσμη, και το αντελήφθη από τα βλέμματα των περαστικών, όταν περπατούσε χιλιόμετρα –θέλοντας να συνειδητοποιήσει αυτό που του συνέβη– για να βρεθεί στο υπόγειο όπου έμενε σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του κέντρου.

Η τάξη και η ηρεμία πλέον αποκαταστάθηκαν στην παραλία κι ο καθένας, με την παρέα του ή μόνος, απολάμβανε τον ήλιο και τη θάλασσα. Ως δια μαγείας, το συμβάν σβήστηκε από τη μνήμη τους –το νέο μοντέλο τηλεδιαχείρισης του συλλογικού ασυνείδητου είχε κάνει το θαύμα του– η εταιρία θησαυρίζει με τους ελεύθερους σκλάβους, πελάτες της. Τους εκκωφαντικούς θορύβους της μοναξιάς, αντικατέστησαν οι σειρήνες της ονειροπόλησης και ο καθένας, με δυο τετραγωνικά μέτρα άμμου κι επάνω της μια πετσέτα σαν τους πρωτόπλαστους σε μοντέρνα σύλληψη, έριχνε κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας, ώστε την κατάλληλη στιγμή να δαγκώσει το μήλο του παραδείσου, μια ιστορία που θα επαναλαμβάνεται εσαεί, όσο θα υπάρχει και η ανθρώπινη απληστία.

Τρεις γέροντες, περπατώντας πέρα δώθε σαν τρελά παιδιά –ένας ποιητής και συγγραφέας, ένας συνθέτης κι ένας ζωγράφος– άπλωναν τα χέρια τους στον αέρα σαν να κυνηγούσαν πεταλούδες. Εκείνη τη στιγμή περνούσε ο γνωστός μοναχικός της ακτής και τους ρώτησε τι ψάχνουν. Και όλοι μαζί συγχρόνως του απάντησαν: «Μαζεύουμε τα υλικά της δουλειάς μας», και συνέχισαν: «Όλοι εμείς οι δημιουργοί, όπως συνηθίζεται να μας λένε, δεν είμαστε τίποτα άλλο από ταξινομητές και καταγραφείς των υλικών της φύσης». Τους άκουγε με σέβας, καθώς είχαν φύγει πια από τον ατομικισμό και ζούσαν στην ουσία της ύπαρξής τους. Σε λίγο, επιταχύνοντας το βήμα του χάθηκε ξανά στο μοναχικό του δρόμο.


Η ΚΛΗΡΩΤΙΔΑ


Στον Γιάννη Δεληολάνη

Ο ήχος του νερού να λες να φτάσει τόσο,
που το δρόμο του και συ ν’ ακολουθήσεις
σε νόημα αυτούσιο όπως αντανακλά το φως,
αντικατοπτρίζοντας το δέος καθώς κυκλώνει το σώμα
με το ανάβλυσμα της λήθης και με τις θαλερές λέξεις,
που σφάζουν τους αέρηδες κι εσένα μαζί.
Σε θρανία σιωπής ακόμα σμίγεις
χαράζοντας το ανήκουστο αύριο κι ύστερα
το συναρμολογείς με τους κραδασμούς της σκόνης
και μ’ ένα κύκλο Γης – ισημερινό,
λαιμητόμο ή νόστο, ποιος λογαριάζει!
Ιστορείς τη σιωπή σου όσο ο λύκος
στο λόγο σου συχνάζει κι επωάζει πετρόσχημες αποστάσεις
καθώς ο αστρολάβος χτίζει την έκταση-έκσταση
που εσύ αμαχητί, μα ευδαίμων,
πριν τη γέννα σου συνθηκολόγησες.

Κι όταν οι ποιητές γράφουν για σένα
και δεν έχουν ίσκιο θανάτου να διανύσουν,
μη τους πιστεύεις, γιατί αποθηκεύουν
το λόγο στα σημεία στίξης ωσάν έρμα της συνήθειάς τους.
Στης απουσίας την οδύνη το λίγο έζησες, μ’ αξίζει,
αν όριζες το χρόνο σου παρέα μ’ εκείνο
τ’ άγριο πουλί που ξενυχτάει για σένα, όπως ξέμεινες
κι αργείς κι ο κόσμος σου δεν σε χωράει
 – αυτός είναι ο φίλος σου.

Όταν στροβιλίζεται η άμμος του αύριο,
τα σώματα γεννιούνται εξ αρχής με άναρθρα λόγια
και με τρόπαια αριθμών, κραυγάζοντας
 – Δον Κιχώτης στο σανίδι του χρόνου ο εαυτός σου που ξορκίζει

τους θεούς του επίπλαστου σήμερα, με το μέρωμα του λυκόφωτος.
Κι από την Εδέμ ως τον Άδη γίνεσαι ήρωας, καρτούν από χαρτί
που το τραβούν από τ’ αφτί οι μνήμες.
Σε φιέστα φαντασίας στο πρώτο φωσφορίζον νεύμα τ’ ουρανού
αποστρέφεις το βλέμμα – φως αθάνατο γεμάτο θάνατο
 – είναι η σύμβαση του προαιώνιου, καθώς
δικαιώνει ξανά και ξανά τους λιποτάκτες των διαδρομών σου.

Πόσους τύμβους όχλου εσωκλείουν τα εδάφη άραγε γύρω σου,
όπως παρεμβάλλονται οι σπονδές ευζωίας των περαστικών
με τις πλαστικές συσκευασίες των συνηθειών τους.
Εσύ όμως αυτομολείς στην ενδοψία σου αυτάρκης,
ετοιμάζοντας τη νεκρική πυρά σου.

Κορμί αθάνατο γεμάτο θάνατο, στον απόηχο
το είναι σου, που συντρίβει την αδικαίωτη ψυχή της μέρας σου.
Σώμα με βράγχια, μιλώντας στο πέλαγος της αταξίας του
 – νεκροθάλαμος αυτογνωσίας που σφαδάζει από μοναξιά –
αδαές, ξεπουλά και την τελευταία ρανίδα της ύπαρξης,
επαληθεύοντας τις άναρχες στιγμές της αλήθειας,
που φωνασκούν στην αϋπνία του.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

ΧΡΟΝΟΣ ΑΧΡΟΝΟΣ

Οι άνεμοι τον αγόρευσαν παντός καιρoύ 
τη μοναξιά γεννά μονοφωνικά στα βραχέα κύματα του λογισμού,
με των ταξιδευτών τις εξαγγελίες, όμως
στο καθεστώς της συνήθειας δε λογοδοτεί.

Πάλλεται στο φως
ανακινώντας μορφές ξεχασμένες,
από μύχιους τόπους και πυροστρόβιλους σιωπής.

Κραδαίνει ρομφαίες ανάσες
μ' επίορκων λυτρωμών τους ξεσηκωμούς.

"Κι αν αλυχτά η θλίψη μη λησμονάτε" συνομολογεί μαζί τους
"είναι δέσμια σε κάβο τρικυμίας,
ποτέ δε θα σαλπάρει,
εκεί θα παραδέρνει με αλυσίδα ανυπόστατη,
στη χλεύη της βοούν τα κύμβαλα της νύχτας".
Ύστερα μέσα στα αλαλάζοντα
ξυπνήματα του δρόμου
μαζί με τους πρωινούς εργάτες,
φουμάρει τσιγάρο ακατέργαστης ελπίδας.

Διασώζει ψυχές, αλλά με τραύματα  επίγνωσης.

Ρίχνει δίχτυ φωτός η μέρα
να τον σκλαβώσει όπως τον άνεμο,
καθώς μάχεται σε ανεμοδούρα αυτεξούσιος και τα βράδια,
αεικίνητος από γιρλάντες ανεόρταστων στιγμών, αυτομολείται προς το άγνωστο.
Της κάνει σινιάλο,
οι ιριδισμοί του ξεστρατίζουν τα μάτια
καθώς φτεροκοπούν κάποιες φορές
στο κοίταγμά τους κλείνοντας συμφωνίες
με τα θροΐσματα των άστρων.
Μιλά τη γλώσσα τους.

Καράβια ακυβέρνητα οι αυλές του
και πώς να πλευρίσει το φως
όσο ανασαίνει από τη σκόνη του σήμερα.
Η ορμή του όμως δε φτάνει
να δαμάσει το πεπρωμένο
όπου θεμέλιο ρίζωσε βαθύ
ο νόστος στο βράχο,
αχαρτογράφητος όπως κείται στα μετόπισθεν
της αυτογνωσίας.

Όλο φεύγει σε άλλα νοήματα, άοκνος
κι αμάθευτα κορμιά προστρέχουν να τον εξιχνιάσουν.
Δίκοπο το διάζωμα,
εκεί που τον διέσχισαν οι ώρες της δίψας και του ελέους.
 Μακραίνει το αδιάβατο και πετρώνει το παρόν με λόγια ανέμων.

Ξεκινά αναρρίχηση στο τίποτα
εκεί που η ψυχή δεν έχει μάτια
και τι να τα κάνει άλλωστε.

Με τους ψιθύρους της Σελήνης
οι γυάλινες πόλεις
τον αντικατοπτρίζουν με σκιώδη αινίγματα,
καθώς συνυπάρχει μαζί τους στο παλίμψηστο της μέρας.
Στην ωχρότητα του πρωινού
ορκίστηκε να τον ξενιτεύει το παρόν.

Αντερείσματα της θλίψης
τα μισοσκότεινα δωμάτια τον υμνούν,
ωσάν σε κατακτημένη γη, όπου κανείς δεν εξεγείρεται.
Τόσο συνετά μεγαλουργεί στους προαποφασισμένους βίους, που
όλο περιμένουν το ανεπανόρθωτο να τους συντρίψει.

Όμως την τύχη θάρρος θέλει
να την καταδώσεις
σ΄ ένα αποτρόπαιο στιγμιότυπο και
να την αποθανατίσεις ανύπαρκτη,
και με φεγγάρι μισερό
στο ακροθαλάσσι να την πνίξεις
ως συμβολή στους ναυτιλλομένους.

Σπάει το φως σε κομμάτια
σφυρήλατης  αγωνίας
κι έπειτα τα θρυμματίζει με αέρινα δάχτυλα
σε φωτοσκιάσεις μυστηρίων.
Μήτε που προσέχει το αδιανόητο όπως τον μάχεται
ξεφυλλίζοντας τ' αθώα βλέμματα των περαστικών.
Μάτια πετρωμένα με χρησμούς των μαντείων του δρόμου, εκστασιασμένα,
θερίζοντας το αμάντευτο της ύλης του όπως δραπετεύει,
από το μέγα στέγαστρο της θέωσής του, εκπορευόμενος αμαχητί
με τα λεηλατημένα δρομολόγια.

Με άηχη φωνή ακολουθεί απόκρυφα δρομολόγια
και τα ξενιτεύει ως ακυρωμένα.

Ξυπνάει 
με το ζωνάρι της αστραπής,
τραβώντας τον άνεμο από το στόμα, ωσάν
θηρίο σε αρχαία σπηλιά.
Ραγισμένα χρόνια
σβωλιάζουν στη γλώσσα του.

Ήμαρτον και πόσο ακόμα
Θα μιλά με τις συχνότητες των μυστηρίων;

Απλώνει κατάσαρκα τα θέλγητρα
και μόλις φέξει ξεδιπλώνεται
μπροστά στις νυσταγμένες επιγραφές του δρόμου, άμεμπτος.
Καμιά νύχτα δεν του πρόσθεσε σημάδι ήττας,
ακόρεστος τυχοδιώκτης των Εθνών,
σπαταλά ότι πέσει στην στιλπνότητα του,
"όπως σιωπά" καλά το είπες.
Όταν φορούν τα βλέφαρα πανιά
λογχίζουν τα μάτια τον καιρό
βλέποντας την επίπλαστη πλευρά του.
Τότε συνδράμει σε νυχτερινές υπερωρίες,
σκορπώντας νεροποντές εορτασμού
σε ξεραμένα χείλη.

Εκδόθηκαν σε ημερήσια αντίτυπα
οι σιωπές των ευανάγνωστων επαναλήψεών του
κι απέκτησαν ερείσματα επάνω τους
ως και τα ψυχοσάββατα.

Χωρίς να τον χάνω από το βλέμμα μου
τον παρατηρώ στο πλήθος
να μ' αφουγκράζεται αοράτως.
Σπαράζει δίψα άνυδρη
προσφέρεται  ως διάλειμμα στην επίγεια
αποθέωση της αυταπάτης.

 Περιουσία του κόσμου
και δικαίωμα να άρχει τις ψυχές του.
Τον απαλλοτριώνω ώστε μόνο να τον υποθέτω,
με συμβολαιογράφο καιρό.
"Τι άλλο;"
Του δωρίζεται και τον διαλαλεί η μέρα
με τα μάτια των άλλων,
τα δικά της τα έκλεισε
εντός του.

Συνυπάρχει με φλόγα και στάχτη
καίγοντας σε ταξίδια Χρονικά,
ώστε να αναπνέει η νύχτα
επάρκεια, στο βάθος των λογισμών.

Στο ακρωτήρι με το φάρο
περιδιαβαίνει η μικρή ορφάνια του,
στο πέλαγος διαθλάται αποπλανημένη
από τους καθρέφτες των κυμάτων
και προσπορίζει αλισάχνη
στα επιβατηγά πλοία με τα δρομολόγια της ειμαρμένης.

Το ανήκουστο τοπίο τον κατατρώει
σε αλλεπάλληλες εκπυρσοκροτήσεις του νοήματος
κι η λύτρωση συνδράμει  
με συνενοχές ανορθόγραφων στιγμών.

Όλα επιδιώκουν να ορίσουν
το μεταβλητό του στα σημαίνοντα - ασήμαντα
από τα περίχωρα της μνήμης,
ενώ από το ίδιο θνητό ρέον σώμα του
αναγεννιούνται και πληθύνονται.
Ιδού πως στέργουν οι αύτανδρες
ημέρες να τον εντάξουν στη λήθη τους ωσάν τσαλακωμένα χαρτιά στα ρείθρα.

Τι περιμένει τώρα;
Τι τον δένει με την εξώπορτα;
Την κρατά σφιχτά
κι ο φίλος του ο βοριάς παλεύει χρόνια
ν' αρπάξει το πέταγμά του.
Ποτέ δεν έδειξε  πόσο ζυγίζει
η περπατησιά του πάνω στα συντρίμμια της μνήμης,
μήτε η ακόρεστη δίψα του, που
όλο  στραγγίζει υγρασία
από τους τοίχους της λησμονιάς, και δεν σταματά
να διαβρώνει ακόμα και τα βήματα, στους θερινούς μήνες.

Ξεσκεπάζαμε το δωμάτιο
και ξεπορτίζαμε στου ονείρου το φάτνωμα,
ψάχνοντας το δώμα της ελπίδας μαζί του.

"Κράτησε μου ένα χαμόγελο
και δώσε μου το όταν πεινάσω,
η θάλασσα σκούριασε ακόμα
και το γέλιο μου" δε με άκουσε.

Όλα τα παίρνει
όλα τα θέλει δικά του.
Σ΄ επίπλαστη συγκυρία ωρών
χρεώνει συνήθως ότι θέλει
στις άμαθες ζωές.
Τι δικαιοσύνη κι αυτή
Ραδάμανθυ!
Με κούρασαν οι πολυσύχναστες μέρες,
καμιά άλλη ιδέα έχεις γι απόψε;
" Όχι" μου είπε,
 ε τότε ας κοιμηθούμε στις αποστάσεις μας.
Μακάριοι οι απόκληροι
όπως  υπομένουν θητείες βίων,
το έλλειμμα το πληρώνει
το ανατέλλον όνειρο του συμβιβασμού
που το εμπεδώνει καθ΄εκάστην, η βραδινή ώρα της απόγνωσης.

Τα χωρικά μου ύδατα μέσα σε λιμανάκι
κι αυτά αν έχει πρόσφορο καιρό.
Δραπετεύουμε από κάπου
και ώσπου να το καταλάβουμε,
ο βρυχηθμός του συλλογισμού μας
προσκρούει οπουδήποτε
και μας ταξιδεύει με προνόμιο θηράματος
χωρίς διαπραγμάτευση στο στόμα του.

Κάπου-κάπου συλλαβίζω τ' όνειρο
και τότε είναι που προφέρω το όνομα μου
χαμηλόφωνα μήπως κι ακούσω
τον αποδέκτη του. Σιωπή.
Η αντίφασή του με εμπλέκει
όσο ανηφορίζω ασύμμετρα σε ήχους
των χρωμάτων του, όπως και σ΄ ένα αντίρροπο παρόν,
ενώ μ' ένα ιλιγγιώδη εαυτό κρατιέμαι, ανυπεράσπιστο πλάι του,
με αδιόρατη συναρμογή μαζί του,
εποφθαλμιώντας το νησί της Ουτοπίας του.
Υπάρχει άραγε;
Ύστερα το ίδιο σκηνικό,
κατάθεση ανταπόκρισης στο τίποτα.

Θεέ του ασυνείδητου να ΄ρθεις
στο θάμπωμα του λόγου,
να σφυρίξεις έστω ως συμπάσχων το έλεος. Ξέρεις εσύ.

Πέρασα το λαβύρινθο που με πρόσταξες
και έσφαξα το βρέφος του Μινώταυρου
όταν ο Θησέας άσκεφτα το άφησε να ζήσει.
Τώρα μ΄ ένα κέλυφος αυτογνωσίας απόμεινα.
Ανυψώνομαι στο έρεβός σου
μέχρι να συναντήσω το στατικό φως αναγεννημένος.
Δεν έχει ίσκιο το κίτρινο δέντρο του βίου μου,
μόνο μια αντιπαροχή χρόνου
ως την άλλη άνοιξη
ως τον άλλο θάνατο.

Ανεξήγητος έρχεται,
τον ονειρεύτηκαν στα βάθη τους
η επιφάνεια κι ο δρόμος.
Παφλάζει εκμυστηρευτικά
και περικλείεται με γρίφους ως άμετρος κλειδοκράτορας του χωροχρόνου,
τα κύματά του της ψυχής μου οι αναταράξεις,
που με κατευθύνουν στους φεγγίτες του
με σπασμένα ερωτότροπα μαχαίρια.

Πεινάσαμε στις εκβολές του μαζεύοντας λάσπη ελπίδας,
η άηχη φωνή του στο λιοπύρι σωρεύει
τα πήλινα χρόνια μας.
Τον ψάχνω στην έρημο του βέβηλου και,
στις άδειες φιάλες αναψυκτικών ωρών
μήπως κι εμφανιστεί από δίψα εγκόσμια και με συνεπάρει.
Μετανάστευσα
στο αδιάβατο βουνό του ως σώμα αντικατοπτρισμών.
Τον μύρωσα με αναμνήσεις ώστε να στοιχειώνει
σε αφετηρίες ονείρων απροσδόκητες, 
και στο φέγγος των υποσχέσεων.

Ωσάν άκριτο πρόσωπο λικνίζεται με σαπφειρένια μάτια, 
στις παρυφές της οφθαλμαπάτης, αφήνοντας πίσω του
 σφυρήλατα σημάδια,
από σμάλτο και φώσφορο ως νικηφόρα τρόπαια.

Με το θυμίαμα της λήθης του
αναπνέει το ιερό ακρογιάλι των ναυαγισμένων.
Δωρίζει θρόνους αμνών
σε  όχλο από υποτακτικούς μαντατοφόρους.
Τα βήματά του συνδράμουν τη νοσταλγία
τρέχοντας πάνω στα εκμαγεία της άμμου.
Με την αφθονία της δίψας μου για ζωή
επέκτεινε το δρόμο του, ώσπου μ΄ έφερε ως εδώ, αμάθευτο της ζήσης.

Με της ήβης το κλωνάρι
θέλησα να απλωθώ στο πέλαγος
κι έριξα άγκυρα
αιώνες πριν στον απόρθητο τόπο του.
Ξεστράτισα σε θεάσεις αμμόλοφων
που σκορπούσαν εικασίες ζωής.
Οι αναφορές του μ' επιμετρούν
σε παράλληλους βίους, άγραφους.
Τόσα τεκμήρια αύτανδρων ημερών
προσπερνούν οι θαμώνες αέρηδες των κυμάτων,
όταν η επίκτητη ορφάνια μου γίνεται λεία της ταπεινότητας.

Στείρες διαδρομές
βγάζουν στο σφυρί οι νοτιάδες με τα χαμολούλουδα.
Πίσω από τις ερημίες των ωρών του,
συνοψίζεται το τοπίο με τα βιαστικά περάσματα των γλάρων εκ της απουσίας του.
Το άκουσμα της σιωπής του πικρό κι ανήλεο,
συνουσιάζεται λαίμαργα με τους απρόσιτους τόπους των εξαγγελιών του.
Νίβονται με φλόγες οι ακροατές συν εαυτοί μου,
καθώς τα νοτισμένα ένστικτά του ξεπαγιάζουν το σώμα μου.

Τ' αμμολούλουδα αναλαμβάνουν το χρέος μαζί του
να σχηματίσουν μαιάνδρους του απάτητου έρωτα
με το στεφάνι του μαρτυρίου από τους αγάπανθους,
επαναφέροντας τους δρόμους της υπόστασής του
σε δρόμους της ονειροπόλησης.
Αυτεξούσιος ποταμός ο χρόνος σου Χρόνε μου
μετρά τον αυλόγυρο της λησμονιάς που με περικλείει.
Παραδίπλα της υπομονής σταθμός μεταναστευτικός με προσκαλεί
όπου επιβιβάζονται οι άπραγες επιθυμίες μου,
εκεί σε διεκδικούν τα βράδια
οι ηλεκτρισμένοι πολίτες των ωραρίων της διαπάλης.

Τα ιδανικά αγκαζέ με το άδικο μεταμφιέζονται
σε συνεντεύξεις του εφήμερου.
Η περίσκεψη σε κατ΄ οίκον περιορισμό
βραχυκυκλώνει όσο την εντοπίζουν
τα μηνύματα της συνθηκολόγησης.
Το πρωθύστερο της επιστροφής του
δειλά-δειλά επελαύνει, εξατμίζοντας
την ασβεστωμένη μέρα
από τους νερόλακκους των αντικατοπτρισμών του.

Η κατάμεστη ανηφόρα ασθμαίνει από τους άπραγους διαβάτες
όπως καταγράφουν κάθε τόσο σημάδια
 προσωπικών κατεδαφίσεων.
Σα να μας ακούνε τα ίχνη των βημάτων μας κι εξεγείρονται, πισωγυρίζοντας τη μέρα.
Σε μια χούφτα λάσπη φυτέψαμε το ανέλπιστο,
εκεί  μεγάλωνε το δέντρο της αγάπης
κι έγινε ανθεκτικότερο από την καταιγίδα.

Η νύχτα ευδοκιμεί κοντά του,
η εξορία φτωχαίνει όταν δεν επιστρέφει.

Τίναξα τη ζύμη του πρωτόπλαστου καιρού από τα χέρια μου
στο άνοιγμα του δρόμου, και
τα νυχτοπούλια πρόσμεναν το μερτικό τους
 - η σύμβαση με την αγρύπνια προυποθέτει
την πληρωμή των διοδίων της.

Ριπίζει τους δρόμους
σα  να ξορκίζει το κακό
με μάτια εκστρατείας.
"Να βρεις ένα σκοπό να συντελέσεις "
Μου είπε, ποιος τον άκουσε άραγε.
Η χνωτισμένη λαδομπογιά του τοίχου
σχημάτιζε τ΄αμίλητα χρόνια,
τώρα πια μ΄ έχουν διαγράψει από τις σελίδες τους.

Ξενυχτούσα  χαράζοντας θάλασσες με τους συλλογισμούς
διασχίζοντας το γείσωμα του κόσμου
αποζητώντας την γαλήνη.

Σε σπάταλο δρομολόγιο,
διαβαίνει η εσώτερη πληρότητα
δίχως αντίτιμο συμμετοχής.
Έμαθα από παιδί να κλέβω τη ζωή
και η ποινή μου ήτανε θαρρώ να μ' εξορίσει μέσα της.

Οι Σειληνοί της νύχτας
χτίζουν το περιστύλιο, απόρθητο της  επίγνωσης.
Αθέατοι σ΄ ένα καραβάκι από σπίρτα
που χρόνια τώρα έχει αράξει
στην επιτραπέζια περιπλάνηση του δωματίου
έτοιμο να πυρποληθεί με το επίπλαστο της μέρας τού Χρόνου άχρονου.
Κάθε τόσο ξεφορτώνει αποτσίγαρα βράδια
και σε αχαρτογράφητους τόπους αναχωρεί.
Μην αποσύρεις ποτέ
την ξεχαρβαλωμένη εξώπορτα
της επαφής μας,
από τις φλέβες τις σκουριάς, μου είπε, θα επιστρέφω ξανά και ξανά μέχρι το τέλος.

Με την κόκκινη σκόνη του λίβα
λασπώνω τα βήματα των αναμνήσεων,
ώστε να βρίσκει τα σημάδια ο γυρισμός σου Χρόνε μου.
Στο τέμενός σου επιβαίνω
ως  μικρή συνδρομή σ΄ εκείνο που σπάταλα ξόδεψα.
Είμαι σε επίτοκο έννοια συντελεσμένος,
μια σύνοψη εκπρόθεσμη που τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Γι΄ αυτό χτίσε μου ένα σημάδι
πως κάποτε υπήρξα έστω υπεράριθμος στη συμβατή μέρα σου.
Άσε τον άνεμο να με καταγράψει
σε πετροκοπιού θραύσματα,
μήπως κι ευοδώσουν όλα ετούτα με τα οποία
επέζησα.

Με άσπιλα ξίφη έψαχνα τις εμπόλεμες φωνές
πριν το άδικο διψάσει.
Μυροβόλα τα βράδια σου στο λίκνο της απουσίας σου,
που διαβατός όσο και αν πίστευα δεν είσαι.

Σε ποιας χαραυγής σελίδα να σε καταγράψω,
επίκτητη απουσία μου.
Ένας κρότος απόμεινε
και σ΄ αυτόν να ελπίζουμε στο βαθύ μας ύπνο,
ωσάν ποταμόπλοιου σφύριγμα στο μεγάλο ταξίδι.
Θα σε ανταμώσω εκεί
όπου  τα κύματα καταγράφουν
τους λογαριασμούς της θάλασσας με τις ναυαγισμένες μέρες.

Έρχεται με κείνο το παλίμψηστο αποτύπωμα στο μέτωπο,
ο ήλιος τον επιμετρά
με λαξεμένες διαδρομές.
Ήταν μικρό το ταξίδι μας στα ουράνια της αναψυχής,
έφτανε μόνο να δίνει λίγη προθεσμία ακόμα στ΄ όνειρο.
Φεύγει περιβεβλημένος με οικόσημο ενιαυτό,
πως είναι να πορεύεται έξω καιρού
χωρίς  να επαληθεύει την αντίμαχη εικόνα του.
Απλώνει σιγά-σιγά κι αμίλητα το πεπρωμένο
περιβεβλημένος αυταρέσκεια.

Οδεύουμε στο μέγα θαύμα,
ποτέ όμως
δεν ξεχείλισε σε πλημμυρίδα της ψυχής
για να μας πνίξει.
Τόσες επιδρομές ευφορίας
και μονάχα η σκόνη απόμεινε,
να κατακάθεται στα φύλλα του ίσκιου
ώστε να θυμίζει τ' αχνάρια της,
μέχρι η βροχή να τα προσπορίσει ξανά και ξανά
στις αναφορές του άναρθρου Λόγου της.

Ίσως κάποιος άλλος ηλιοδίφης
θα ανακοινώσει τα βήματά σου, σε επιτύμβιες, αλόγιστες αναφορές.
Από πρωτάνθιστο καρπό της πλάνης
πίνει χυμό το άγραφο, ως συνοδοιπόρος, 
αναιρώντας τη δύσβατη επαφή μαζί του.
Και να λογίζεσαι μου είπε:
πηλοπλάστης είσαι σε κτίσμα μεταβατικό
αφουγκράζεσαι άραγε το φως που σε υπομένει;
"Ποιος ρώτησε;"

Χάθηκε στον αέρα.
Και είδαν τα μάτια της εσπέρας:
λευκές φάλαινες να ίπτανται με ασημένια φτερά
και με πόδια λιονταριού να γραμπώνουν τον ήλιο
σε  μια αέρινη συνύπαρξη
από πετροτριλίδες, γλαρόνια, κοκκινοσκέληδες
χαλκόκοτες και χελιδόνια.
Τα γείσα τ' ουρανού σχημάτιζαν:
κορμοράνοι, καλαμόκιρκοι, φοινικόπτερα, πελεκάνοι, κύκνοι
κι αλλόκοτες διασταυρώσεις πουλιών
με ταξιανθίες αστραπών.

Όλβιες φωτεινότητες
με χιτώνες πολύχρωμων ανέμων
τρεμόπαιζαν σε δίνη αυτόφυτων αντικατοπτρισμών.
Το παλίντροπο του ονείρου
στοίχειωνε τον ουρανό,
με  καταιγίδα μετεωρισμών
ωσάν ψηφιδωτό που ανασχημάτιζε το τυχαίο.

Φτερωτοί ελέφαντες
συνοδοιπορούσαν με αναβάτες κατάλευκους αετούς,
αρματωμένους με ασπίδες αλεξικέραυνες,
κρατώντας κηρύκεια στο ράμφος τους
με ολολύζοντα διαμαντένια φίδια
καθώς πετούσαν πάνω από σύννεφα  ηλεκτροφόρα.
Σκυλιά με πύρινες γλώσσες
αλυχτούσαν ωσάν τελώνια που
τ' ανέθρεψε η Περσεφόνη στο περιστύλιο του Άδη.
Ρήγματα ουρανού κατρακυλούσαν
και χύνονταν  παράλληλα του εδάφους
ωσάν θάλασσα σε αντίβαρη φορά.

Το κελάηδισμα των πουλιών
ως σύμμαχοι αγγελιοφόροι, ψυχοπομποί
διέκοψαν την ύβρη της επουράνιας ιχνηλασίας μου
αναστέλλοντας με τις φωνές τους
τις ακρώρειες αλληγορίες του τοπίου.

Τράβηξε το φως, το πένθος του βίου μου 
να το αποσπάσει από επάνω μου
κι έσυρε ολόκληρη την ύπαρξη μου, Χρόνε Άχρονε.
    •