Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

ΜΕ ΦΩΝΗΜΑ ΑΓΓΕΛΩΝ

έστρεψε το βλέμμα του ο Θεός
στο μικρό παιδί στην ακροποταμιά,
καθώς έπλαθε τον πηλό με φώνημα αγγέλων,
 
ο ποιητής του Χρόνου Άμετρου
άλαλος από τη Νέμεση του “Όλου”,
κι αλλόφρων, αίφνης και ολολύζοντας,
έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε,
 
την άνοιξη τα χαμολούλουδα
είχαν χαράξει τ’ όνομά του
στ’ άνθη τους, ως απόδοση μετάνοιας
κι επίγνωσης στο “γίγνεσθαι”

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

ΚΡΥΦΟ ΤΑΞΙΔΙ

βλέπω καράβι σαν την πρώτη μου φορά
με μάτια πέλαγα πλέω κι εγώ μαζί του
λες και ξεχείλισε μια θάλασσα βαθιά
από τη σκέψη μου και γίνηκα σκαρί του
 
που θα με πάει θα ‘ναι πάλι μυστικό
κρυφό ταξίδι μες του κόσμου το μαράζι
σ’ αυτούς που χάθηκαν σε πόθο νοητό
σε νύχτα άδεια που τους ντύνει το αγιάζι
 
βλέπω τ’ ασήμια της καρδιάς στην ξαστεριά
να παραδέρνουν μα να γράφουν τ’ όνομά σου
ποιο κύμα θα ‘ρθει να τα φέρει στη στεριά
για να τα πάρεις να στολίσεις τη ματιά σου

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ

ο ένας κατέβαινε ο άλλος ανέβαινε
ποιος όμως τελούσε
εκεχειρία  με τον εαυτό του
κανένας δεν έβλεπε
 
ο κάθε περαστικός τους επιμέριζε
ανάλογα με πόση θητεία
είχε στο δρόμο του

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΕΠΛΥΝΑ ΜΕ ΦΩΣ


Έψαχνα να βρω σε συρτάρια εορτολόγια στιγμών
με ασημένια δάκρυα και ουρανού φωτοστέφανα,
σε βιβλία και σε φωτογραφίες, όπως και
της  μνήμης κλειδωμένα αλλοτινών διαδρομών  
κάτι υπόλοιπα υποσχέσεων και όρκων,
 
αβάσταχτο χρέος που έπρεπε ν’ αποπληρώσω,
μα  όλο έβρισκα και όνειρα ξυπόλυτα,
φιγούρες με ξέπλεκα  μαλλιά και σκουριασμένα μάτια
που ‘χαν ρημάξει στου χρόνου το ξεθώριασμα
κι ήθελαν δικαίωση και την ύπαρξή τους
ως μαχητής να περισώσω,
 
ξιφομάχησα με τη σκοτεινιά του χρόνου και τα έπλυνα
με φως καθώς συνομιλώντας μαζί τους
έδειξαν ακτινοβόλα κατανόηση,

όμως ποια απάντηση να δώσω και στους πόθους μου
που έγιναν άυλα ρόδα θαυματουργά
-τους έχω ονοματίσει έναν έναν-
στην ιερή τους απουσία,
με ρίζωμα βαθύ μέσα μου, κι όπως παίζουν
στον κόρφο μου με το θαλασσινό αεράκι

πως πρέπει  πια να τους απελευθερώσω να τους πω,
-χωρίς φειδώ- ώστε να βρουν το δρόμο τους,
-τα μεγάλα ταξίδια μ’ έχουν πια κουράσει
και ψάχνει αναπαμό η καρδιά μου σε γαλήνια νερά,
”τα χωρικά μου ύδατα μέσα σε λιμανάκι”-
  
μα πως να διαπράξω τέτοιο μακελειό που αν τους διώξω
θα ψυχορραγούν, και φεύγοντας,
των αναμνήσεων και της μνήμης το βιος
κι όλα τα χρόνια μου στου ήλιου τ’ αλώνια θα μου πάρουν
και θα ορφανέψω.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΞΕΡΕΙ

μην ψεύδεσαι ασύστολα
ότι δε βλέπεις και δεν ακούς
γιατί το σύμπαν ξέρει

ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ

δεν είναι αυτό που θωρείς
είναι το παλίμψηστο του νου
που όλο σε σβήνει
μα δε σβήνεσαι
κι όλο αναγράφεσαι
και με παραπλανάς
με άλλο πρόσωπο
με άλλη έννοια
όμως πάντοτε είσαι εσύ

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

ΟΘΕΛΛΟΣ ΚΑΙ ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ


Όσα ναυάγια κι αν επιμετράς  
στους ανέμους, εσύ τα έπραξες 
με τις συχνές αναβολές του απόπλου
του αταξίδευτου καιρού σου
δίχως τέλος, αγνοώντας 
το κάλεσμα των οριζόντων

γι’ αυτό βγες στο φως και στ' ανοιχτά
και μάθε από το κοίταγμα των παιδιών
που σε τριγυρνούν με απορία

και με γυμνό το στήθος σου να σταθείς
στου απρόσμενου το βέλος
και  Οδυσσέας να γενείς
μες στης πόλης σου ας είναι
τους δρόμους τους μεγάλους,
ως άγνωστος, ως παρίας ή ως Οθέλλος

δίχως τύψεις που δεν σου έλαχε ο κλήρος
στων  μακρινών ταξιδιών τους τόπους
να μεταλάβεις άθλους

όμως κι  από μια Δυσδαιμόνα ταπεινή
ή του πελάγους μια γοργόνα
το ίδιο μήνυμα θα λάβεις,
πως όλα στο τέλος είναι δρόμος,
ο δικός σου ο δρόμος.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

ΣΕ ΟΜΟΤΙΤΛΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

την περπατησιά άγνωστων ακολουθούσε
και μόνο αποκόμματα αναχωρητών συνέλεγε
με αποσπάσματα στιγμών ακατέργαστα
που δε μπορούσε να δαμάσει σε ομότιτλη διαδρομή
ωσάν την άμπωτη που του ‘κλεβε το βήμα
και τα βότσαλα με τα φύκια τον ακύρωναν στην ακτή
καθώς τους ταξιδευτές περίλυπος κοιτούσε
 
η αποθέωσή του ήταν τα δεσμά κι η αιχμαλωσία του
με τη συνενοχή της οδύνης των συνειρμών του

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

ΠΟΛΥΒΟΥΕΣ ΣΙΩΠΕΣ

Λαμποκοπούσε η σάλα και του πολυέλαιου
τα κρεμαστά κρύσταλλα ηχούσαν χαρμόσυνα
-ήταν οικτίρμων ο δρομέας καιρός μαζί της- 
το ελαφρύ αεράκι είχε εισβάλει άξαφνα
από το μισάνοιχτο παράθυρο της βαριάς σκαλιστής εξώπορτας
με το  ρόπτρο ενθύμιο μιας άλλης εποχής
 
Αποκαμωμένη από τη λάτρα στάθηκε
στο τζαμωτό με το αγιόκλημα,
τα ενσταντανέ των αναμνήσεων ευωδίαζαν
χρονικά με πολύβουες σιωπές
 
Από το ραδιόφωνο ακουγόταν η μελωδία “χορός με την σκιά μου” όταν
ωσάν αερικό χάθηκε στην οδύσσεια του απέραντου γαλάζιου
 
Τα μόνα σημάδια που άφησε να στέκονται
 αγέρωχα, ήταν οι κατάφωτοι αρμοί του βίου της

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

ΠΥΡΑΝΘΕΣ

βγάζεις λαλιά αηδονιού
όταν χαράζει είπε το κύμα στον άνεμο
το πέλαγος διαφεντεύεις
και ‘κείνος καλπάζοντας μαζί του
του ομολόγησε πως μαραζώνει
που αυτό γίνεται πυρανθές όταν αχνοφέγγει
η Αμφιλύκη, αγναντεύοντάς την
με οίστρο ωσάν αφιονισμένο
 
  https://www.youtube.com/watch?v=rhBveA4UfAw