Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΚΛΗΡΩΤΙΔΑ


Στον Γιάννη Δεληολάνη

Ο ήχος του νερού να λες να φτάσει τόσο,
που το δρόμο του και συ ν’ ακολουθήσεις
σε νόημα αυτούσιο όπως αντανακλά το φως,
αντικατοπτρίζοντας το δέος καθώς κυκλώνει το σώμα
με το ανάβλυσμα της λήθης και με τις θαλερές λέξεις,
που σφάζουν τους αέρηδες κι εσένα μαζί.
Σε θρανία σιωπής ακόμα σμίγεις
χαράζοντας το ανήκουστο αύριο κι ύστερα
το συναρμολογείς με τους κραδασμούς της σκόνης
και μ’ ένα κύκλο Γης – ισημερινό,
λαιμητόμο ή νόστο, ποιος λογαριάζει!
Ιστορείς τη σιωπή σου όσο ο λύκος
στο λόγο σου συχνάζει κι επωάζει πετρόσχημες αποστάσεις
καθώς ο αστρολάβος χτίζει την έκταση-έκσταση
που εσύ αμαχητί, μα ευδαίμων,
πριν τη γέννα σου συνθηκολόγησες.

Κι όταν οι ποιητές γράφουν για σένα
και δεν έχουν ίσκιο θανάτου να διανύσουν,
μη τους πιστεύεις, γιατί αποθηκεύουν
το λόγο στα σημεία στίξης ωσάν έρμα της συνήθειάς τους.
Στης απουσίας την οδύνη το λίγο έζησες, μ’ αξίζει,
αν όριζες το χρόνο σου παρέα μ’ εκείνο
τ’ άγριο πουλί που ξενυχτάει για σένα, όπως ξέμεινες
κι αργείς κι ο κόσμος σου δεν σε χωράει
 – αυτός είναι ο φίλος σου.

Όταν στροβιλίζεται η άμμος του αύριο,
τα σώματα γεννιούνται εξ αρχής με άναρθρα λόγια
και με τρόπαια αριθμών, κραυγάζοντας
 – Δον Κιχώτης στο σανίδι του χρόνου ο εαυτός σου που ξορκίζει

τους θεούς του επίπλαστου σήμερα, με το μέρωμα του λυκόφωτος.
Κι από την Εδέμ ως τον Άδη γίνεσαι ήρωας, καρτούν από χαρτί
που το τραβούν από τ’ αφτί οι μνήμες.
Σε φιέστα φαντασίας στο πρώτο φωσφορίζον νεύμα τ’ ουρανού
αποστρέφεις το βλέμμα – φως αθάνατο γεμάτο θάνατο
 – είναι η σύμβαση του προαιώνιου, καθώς
δικαιώνει ξανά και ξανά τους λιποτάκτες των διαδρομών σου.

Πόσους τύμβους όχλου εσωκλείουν τα εδάφη άραγε γύρω σου,
όπως παρεμβάλλονται οι σπονδές ευζωίας των περαστικών
με τις πλαστικές συσκευασίες των συνηθειών τους.
Εσύ όμως αυτομολείς στην ενδοψία σου αυτάρκης,
ετοιμάζοντας τη νεκρική πυρά σου.

Κορμί αθάνατο γεμάτο θάνατο, στον απόηχο
το είναι σου, που συντρίβει την αδικαίωτη ψυχή της μέρας σου.
Σώμα με βράγχια, μιλώντας στο πέλαγος της αταξίας του
 – νεκροθάλαμος αυτογνωσίας που σφαδάζει από μοναξιά –
αδαές, ξεπουλά και την τελευταία ρανίδα της ύπαρξης,
επαληθεύοντας τις άναρχες στιγμές της αλήθειας,
που φωνασκούν στην αϋπνία του.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

όταν οι λέξεις διαπρέπουν
τόσο ώστε να αγγίζουν
το γαλάζιο ψηλά
τα σχόλια δεν πρέπουν.

Ευχαριστώ

Γιάννης Δεληολάνης