Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ

Τα άχρωμα πρόσωπα με τις ιδιοτελείς συμπεριφορές τους, τον αποσυντονίζουν, όπως χρησιμοποιούν τη ρητορική του ύφους, την αδιαφορία τους για τα κοινά και την αλλοτρίωσή τους στον καταναλωτισμό. Μέσα στην σιωπή των σκέψεών του έβρισκε έξοδο διαφυγής σιγοτραγουδώντας ένα στιχάκι, «ποτάμι θέλει η ψυχή μια θάλασσα η σκέψη και της καρδιάς η αμυχή σαν αηδόνι να ηχεί προτού να σε στερέψει». Η έλλειψη ειρμού εγείρει ερωτήματα με τη διαλεκτική των συνηθειών τους – έλεγε στο άδειο από ακροατήριο σπίτι του – που ολοένα οπισθοβατούν σ’ ένα απρόσωπο παρελθόν, παρόν και μέλλον, με θραύσματα αναφορών από γεγονότα που φωτίζουν πράξεις της καθημερινότητά τους, που ούτως ή άλλως έχουν τελεσιδικήσει στη ρηχότητα της άθλιας ζωής τους – «ανάθεμα τα προσωπεία σας» κραύγαζε. Ξεχνά μισόσβηστο το τσιγάρο του στο τασάκι κι ανάβει άλλο, στις φλέβες του ρέει οινόπνευμα και όλος ο αέρας και τα αντικείμενα του καθιστικού έχουν ποτίσει νικοτίνη. Βρίζει έναν αόρατο υπάνθρωπο – το κάνει με μορφασμούς και χειρονομίες. Στις πτυχώσεις του χρόνου οι οδοδείκτες των βημάτων του προαναγγέλλουν την αρχέγονη ροπή του ανθρώπου στο λίκνο, στη μήτρα της ζωής, οι συνειρμοί του εκεί τον οδηγούν, που ενδεχομένως του προσφέρει προσωρινό καταφύγιο και ασφάλεια. Η έμπνευση του με σκόρπιες φράσεις, φωτίζοντας το ανείπωτο κενό της μοναξιάς του, τον λυτρώνει περιοδικά. Μόνος και καλωδιωμένος με τις οθόνες της παγκοσμιοποίησης, με βιβλία, εφημερίδες και με το δίλημμα του μέλλοντος όπως καλπάζει, μόνο με την αναφορά του κέρδους και της υλικής ευμάρειας στις δοξασίες του, τον τρικυμίζει. Ασύμμετρες στιγμές τον διαπερνούν με το καλειδοσκόπιο της σκίασης από τα σφαλιστά παράθυρα και τις αντανακλάσεις από τα φωτοστέφανα των θλιμμένων ημερών της επανάληψης. «Ξένος ο εαυτός μας» σκέφτεται, καθώς παρατηρεί της οθόνης τη νοητή προέκταση. «Να δημιουργήσουμε πυρήνες του πνεύματος πίσω από τις γραμμές του συστήματος» ψιθυρίζει στο καναρίνι του, «να βγούμε στους δρόμους και να μιλήσουμε μεταξύ μας γράφοντας σε μία κονκάρδα στο στήθος μας τ’ όνομά μας ως ένδειξη επικοινωνίας. Να σαρώσουμε με τη συλλογική μας ενέργεια την αδικία και την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο». Σιωπή στο στερέωμα, οι ηχοληψίες της ατμόσφαιρας αναθεωρούν τις προσδοκίες του υποκειμένου, θεωρώντας το ως άθυρμα εκτός τόπου και χρόνου. «Πάλι αναβολή των αξιών της ανθρώπινης υπόστασης, πάλι οπισθοχώρηση, πάλι επί ματαίω όλος ο δρόμος κι ο αγώνας της κλήτευσης προς την αλήθεια», μουρμουρίζει. – Γιατί δεν βγαίνεις στο φως; – Θα γίνουν πιο ευδιάκριτες οι χαρακιές μου και δεν το θέλω. Η ερώτηση και η απάντηση είναι δικές του. Είχε αναφέρει κάποτε – σε ανύποπτο χρόνο – ότι ένα καράβι θα ταξιδέψει εντός μιας πόλης περνώντας αυλές σπιτιών, με τις φωνές νεκρών παιδιών να το προϋπαντούν και θα γίνει μνημείο κάποιου μεγάλου θυμού της θάλασσας. Όλοι γέλασαν τότε και κανένας δεν τον πήρε στα σοβαρά – αν και η προφητεία του βγήκε αληθινή στην Ιαπωνία. Τον θεωρούσαν τρελό και ιδιόμορφο, όμως υπήρχε κάτι επάνω του που τον έκανε συμπαθή. Περπατούσε συχνά στην ακτή, μισή ώρα από το σπίτι του με τα πόδια και νοσταλγούσε όπως άκουγε τους παφλασμούς των κυμάτων τα παιδικά του χρόνια, όταν ο πατέρας του τον πήγαινε στη θάλασσα και άφηνε ένα καρπούζι στα ρηχά, ώστε μετά το μπάνιο να το απολαύσουν δροσερό. Εκεί στις περιπλανήσεις τους, του μιλούσε για τη ρώσικη λογοτεχνία και το μεγαλείο της Σοβιετικής ένωσης, αποφεύγοντας όμως να αναφερθεί στα βασανιστήρια και στην καταπίεση του λαού της. Ίσως τελικά και να μη γνώριζε το παραμικρό για ότι συνέβαινε εκεί. Πέρασαν τα χρόνια. Τώρα από την άμμο μαζεύει λειασμένα γυαλάκια από το κύμα δημιουργώντας γλυπτά τα οποία δωρίζει. Κάθε σπασμένο γυαλί και μια ιστορία αναλογιζότανε με αναστεναγμό. Είμαστε κάκιστοι αντιγραφείς του ορατού και του αοράτου, φιλοσοφούσε. Οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να ανακαλύπτουν κάθε τόσο, όλο και περισσότερο τη ματαιότητά τους, συμπλήρωνε. Κάποτε βρέθηκε στο Ασουάν της Αιγύπτου στο Νείλο σε βάρκα με το φίλο του τον Νίκο και ήταν τότε που κλονίστηκαν οι απόψεις του για την συγγραφή και την ανάγνωση της ποίησης. Ήταν ένα απόγευμα, όταν ένιωσε ότι βίωνε στιγμές εξωπραγματικές ενώ περνούσαν ενδιάμεσα από μικρά νησάκια του ποταμού. Σα ν’ αποκτούσε κίνηση ένας υπερμεγέθης πίνακας ζωγραφικής μπροστά τους και εισέρχονταν σ ένα ονειρικό κόσμο όπως κωπηλατούσε ο φίλος τους ο Χάνι. Απόσταγμα και πεμπτουσία της ύπαρξης που έστελνε μηνύματα μυστηρίου. Εκεί έστησε το σκηνικό της φαντασίας του μ’ ένα ποιητή που διάβαζε κι έγραφε, ενώ δίπλα του ένα μικρό παιδί έπαιζε με τον πηλό ανέμελα. Η φύση με τα πουλιά και η άγρια βλάστηση με τους φοίνικες τον παρατηρούσαν όπως κωδικοποιούσε τα χρώματα, τους ήχους και την αιωνιότητα του τοπίου με την γλώσσα των θνητών, ενώ ήταν στον τόπο της επαγγελίας, αγνοώντας την. Λες κι εδώ είχε πέσει η πρώτη σταγόνα της γένεσης, το πρώτο σκίρτημα ζωής κι εδώ ανέπνευσε το πρώτο νήπιο της καρδιάς που με το κλάμα του συντρόφευσε τα κελαηδήματα των πουλιών. Όλες αυτές τις σκέψεις τις ζωγράφιζε στα μάτια του, καθώς άπλωνε τα χέρια του ωσάν μύστης του φωτός κι αμέσως οι χαρακιές τού προσώπου του χάνονταν διά μαγείας.

Εκείνη τη νύχτα στο κατάλυμα που κοιμόταν, το οποίο βρισκόταν επάνω σ’ ένα νησί του Νείλου, μέσα στον ύπνο του άκουσε μία συρτή φωνή σε άγνωστη γλώσσα να τον καλεί. Βγήκε όπως ήταν μισόγυμνος, περπατώντας στο πλακόστρωτο ξυπόλητος και ακολούθησε το κάλεσμα, που τώρα ακουγόταν από την όχθη του ποταμού. Πλησίασε ονειροβατώντας και αντιλήφθηκε ότι η φωνή έβγαινε σχεδόν μέσα από το νερό. Δεν άργησε πολύ για να στρέψει το βλέμμα του προς την πλευρά του καλέσματος. Ήταν ένα χρυσαφένιο σχήμα που επέπλεε και αργά δημιουργούσε μαιάνδρους βυθίζοντας την καμπυλότητά του και συγχρόνως εμφανίζοντας αργά μία άλλη που πριν ήταν αόρατη. Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και οι ραβδώσεις στην επιφάνεια του όντος έμοιαζαν με μεγάλες σαν παλάμη φολίδες ερπετού. Η νύχτα παράφορα μαγευτική αντιφέγγιζε από τους γρανιτένιους ογκόλιθους στο απέναντι νησάκι με τη νωχέλεια του νερού που δημιουργούσε ανάγλυφες συγχορδίες ήχων, σκορπώντας μια ρέουσα κατάνυξη με τα τιτιβίσματα από τα νυχτοπούλια. Χωρίς ίχνος φόβου λύγισε τα πόδια του και κάθισε στην άκρη του πρανές ακουμπώντας με τα χέρια του αυθόρμητα τα γόνατά του σε στάση διαλογισμού. Η τεραστίων διαστάσεων ολόχρυση κόμπρα σιγά – σιγά αναδυόταν μπροστά του εκτείνοντας το περιλαίμιό της καθώς λαμποκοπούσε μες στη νύχτα και ήταν θαρρείς μια εικόνα βγαλμένη από τη μυθολογία. Τον πλησίασε, έκανε το ημικύκλιο από το σώμα του και ανυψωμένο όπως ήταν το εμπρόσθιο μέρος της, στάθηκε πίσω του με την καλύπτρα της να τον προστατεύει σαν θεοκρατικό σύμβολο σε θρόνο των Φαραώ. Με εσώτερους παλμούς του μετέδιδε προφητείες στην αρχαία αιγυπτιακή γλώσσα, απευθείας στο υποσυνείδητό του. Εκείνος αεικίνητος σε κατάσταση νιρβάνας γινόταν αποδέκτης μηνυμάτων που χρόνια τον ταλάνιζαν και όσα βιβλία κι αν διάβαζε δεν μπορούσαν να του δώσουν απαντήσεις για το υπάρχειν και το θάνατο. Συγχρόνως αναδύονταν από τα νερά μπροστά του εφτά φωσφορίζοντες κίονες με ιερογλυφική γραφή χαραγμένη στην επιφάνειά τους, που σαν να γίνονταν ανεπαίσθητες εκρήξεις στην κάθε ανάγλυφη αναπαράσταση – λέξη – με εκλάμψεις, δίνοντας στίγμα αντίληψης στην ανάγνωσή της. Επάνω στον κάθε κίονα υπήρχε κι ένα μάτι διεισδυτικό που επόπτευε σαν φύλακας το δικό του υπό κατοχή αρχαίο κείμενο, ενώ ίπταται αιωρούμενο μπρος πίσω ανάλογα με τις υποσυνείδητες ταλαντώσεις του ιερού φιδιού. Όταν ξύπνησε η μόνη απόδειξη ή στοιχείο της νυχτερινής του περιπέτειας, ήταν τ’ αποτυπώματα από τη λάσπη που άφησαν τα πέλματά του στα λευκά σεντόνια στο κρεβάτι του. Όμως όλα συνηγορούσαν στο πέρασμα της μέρας ότι είχε επέλθει μία μεγάλη αλλαγή μέσα του. Όταν κάποια στιγμή στη βόλτα του πλησίασε το σημείο της αποκάλυψης του αγνωστικισμού του, αισθάνθηκε ένα ρίγος. Σε όλα είχε πλέον απαντήσεις κι ένιωθε λυτρωμένος αλλά συγχρόνως και λυπημένος, διότι μπορούσε στο εξής να διαβάζει τις κρυφές σκέψεις των συνανθρώπων του – κι αυτό ήταν ένα δώρο – δικαίωμα – από τις επικλήσεις του προς τα ουράνια, πολλών χρόνων που έκανε, για να μάθει με ανιδιοτέλεια τα υπερκείμενα της νόησης – δίχως να πληγώνεται με τις αντίρροπες δυνάμεις που συνυπάρχουν εντός τους. Ήξερε πλέον ότι όλο το ανθρώπινο γένος είναι σε μια μορφή υπό σύστασης ενός ανώτερου πολιτισμού που πριν είχε κατοικίσει στη γη, στα εδάφη γύρω από τη Μεσόγειο και μέσω της αντιύλης ταξίδεψε στον Ωρίωνα απ’ όπου μας εποπτεύει. Ο πλανήτης μας είναι ένα αστρικό σχολείο λοιπόν, η κοίτη του "γίγνεσθαι", όπου μας έχει δοθεί το πνεύμα και κρινόμαστε με τον τρόπο που ο καθένας μας το χρησιμοποιεί ή το διαχειρίζεται, ώστε να περάσει στο επόμενο επίπεδο. Αυτή η ζωή είναι ένα είδος μαθητείας κι όλοι οι αποτυχόντες στον γαλαξιακό καιάδα εξαφανίζονται χωρίς δεύτερη ευκαιρία σε άλλη κατάσταση. Η μεγάλη όμως αποκάλυψη ήταν ότι οι θεοί Ρα, Ζαγρεύς, Δίας και Διόνυσος είναι το ίδιο Ον και αποτελείται από μία αδιανόητη μάζα φωτονίων της υπέρθεσης και είναι ο Μέγας καταγραφέας όλων των συμβάντων επάνω στη γη δίχως να παρεμβαίνει, απλώς να κρίνει αφού όλα τα βλέπει και τα κατατάσσει στο υπερπέραν της υπερνόησης. Επιλέγει τους συνεχιστές ή τους άριστους της υπαρκτικότητας ώστε να συνεχίσουν να δοκιμάζονται σε άλλο επίπεδο, με άυλη μορφή. Η πολυπραγμοσύνη του νου στο κροτάλισμα του χρόνου αντιστέκεται όμως, με ρομφαία της: το ανοικονόμητο και ρέον Παρόν, στο μάκρος της ζωής προς την αιώνια μετάβαση - αδόκιμη νηπιακή επίγνωση. Δονείται και δοκιμάζεται με νοητές αμφιταλαντεύσεις, στη θέαση ενός κόσμου που συναθροίζεται στην προβλήτα του ακατανόητου, περιμένοντας το πλοίο τ’ ουρανού στο τελευταίο εγερτήριο κάλεσμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: