Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΑΣ (των ορατών κι αοράτων)


 Στον Χρίστο Γ. Παπαδόπουλο και στον Χρήστο Ναούμ

Απόγευμα αποπνικτικό στην παραλία, με άδεια κουτάκια μπύρας και αναψυκτικών, με πλαστικά καλαμάκια, αποτσίγαρα, άδεια πλαστικά μπουκάλια του νερού και κάθε λογής απομεινάρια της επέλασης των βαρβάρων στη θάλασσα. Τα κορμιά των εφήβων ερωτοτροπούν με τον ήλιο, ενώ αλυχτούν οι φλόγες της ηλικίας τους. Πακιστανοί μικροπωλητές και Αφρικανοί, κάνοντας χιλιόμετρα πάνω στην άμμο με φτηνά στολίδια, αναγορεύουν τους λουόμενους σε πρίγκιπες της ονειροπόλησης. Τα απορρυπαντικά και οι γυαλισμένες επιφάνειες των βίων, συναντούν εδώ το αντίπαλό τους δέος.

Ένας ξαφνικός ανεμοστρόβιλος από το πουθενά, σηκώνει τις ομπρέλες στον αέρα και την άμμο κι έντρομοι οι θαμώνες του καλοκαιριού και αλαλάζοντες προσπαθούν να προφυλαχτούν, έχοντας στο μυαλό τους το φαινόμενο αυτό από την αμερικάνικη επικράτεια που βλέπουν κάθε τόσο στα δελτία ειδήσεων. Μία ομπρέλα σε σχήμα τόξου καρφώνεται στο μάτι ενός νάρκισσου που έδειχνε αεικίνητος με το συμβάν. Όπως σφάδαζε από τον πόνο, μια γυναίκα από την Ινδία με τη χαρακτηριστική ενδυμασία και το κόκκινο σημάδι στο μέτωπο έτρεξε κοντά του.

Πήρε μια χούφτα άμμο και με δοξαστικό οδυρμό σε άγνωστη γλώσσα, άρχισε να την μαλάζει με το σάλιο της, επικαλούμενη με τις επικλήσεις της τα επουράνια. Μετά το πέρας του τελετουργικού άπλωσε με τα δάχτυλά της τη λάσπη στο χυμένο μάτι, και ω του θαύματος, σε λίγο σταμάτησαν οι πόνοι του άτυχου άνδρα και καθώς σε λίγο ξέπλενε το πρόσωπό του με νερό –προσφορά γνωστής εταιρίας εμφιαλωμένων προϊόντων καθώς η διαφήμιση κι ο καταναλωτισμός έχουν παντού μάτια– εμφανίστηκε ξανά το μάτι του και, πριν συνειδητοποιήσει το θαύμα και τη χάρη που του εδόθη εκ των άνωθεν, πανικόβλητος όπως ήταν, προσπαθούσε να εντοπίσει την Ινδή γυναίκα η οποία είχε εξαφανιστεί μες στο πλήθος των περιέργων.

Ένα νήπιο πιο πέρα, ξεχασμένο από τη μητέρα του, παρασύρθηκε από ένα μεγάλο κύμα παλίρροιας που δημιούργησε ένα επιβατηγό πλοίο και για λίγα λεπτά χάθηκε μες στη θάλασσα, κάποιοι φώναζαν βρίζοντας κι έτρεχαν πέφτοντας στα κύματα δίχως όμως αποτέλεσμα. Εντελώς ξαφνικά εμφανίστηκε ένα τεράστιο κήτος και, πλησιάζοντας στην άκρη της παραλίας, άνοιξε το στόμα του αφήνοντας το νήπιο με τη παιδική του αφέλεια να περπατήσει στην άμμο, δίχως κανένα ίχνος τρόμου και καθόλου δεν φαινόταν να θυμάται τι του είχε συμβεί λίγο πιο πριν.

Το αόρατο αφτί πιο κάτω άκουγε την ομάδα των διανοούμενων να συζητούν ευαγγελιζόμενοι ένα κόσμο ισονομίας και ισοπολιτείας για όλους, με δικαιοσύνη και αγάπη προς τον πλησίον μας. Κάποια στιγμή τους πλησίασε ένας ζητιάνος, αλλά απέφευγαν με διακριτικότητα ν’ ασχοληθούν μαζί του. Όταν εκείνος τείνοντας με επιμονή το χέρι του έγινε αρκετά φορτικός, ένας από την ομήγυρη τον απώθησε με άγριο βλέμμα. Εκείνος κάνοντας δύο βήματα πίσω, άρχισε να σπαράζει σεληνιασμένος και με απόκοσμα ουρλιαχτά σαν από λύκο, τα πολυκαιρισμένα του ρούχα άρπαξαν φωτιά και καιγόντουσαν σιγά-σιγά εμφανίζοντας αντί για καμένη σάρκα φωτεινούς αρμούς σώματος άλλων διαστάσεων από το δικό του.

Μετά από λίγο, και για ελάχιστα δευτερόλεπτα, είχε μετασχηματιστεί σ’ ένα πανέμορφο άνδρα σχεδόν γυμνό, με ολόλευκα φτερά, ενώ εκείνοι είχαν χάσει τη φωνή τους κι επικοινωνούσαν μεταξύ τους πλέον με γαυγίσματα. Σε μια άκρη της παραλίας όπου οι πέτρες και τα φύκια έκαναν απαγορευτικό το σημείο για τους κολυμβητές, ένα βρέφος ήταν αφημένο πάνω σε απλωμένες σελίδες από το ένθετο γνωστής εφημερίδας, που στη συγκεκριμένη έκδοση είχε συνεντεύξεις γνωστών υπουργών και του πρωθυπουργού της χώρας, όπως και αφιέρωμα σε ποιητές και συγγραφείς του αιώνα που πέρασε.

Το βρέφος είχε αφοδεύσει τους φιλοξενούμενους των σελίδων και χαμογελούσε σε αόρατους γλάρους που το σκίαζαν με τις φτερούγες τους προφυλάσσοντας το από το λιοπύρι του καλοκαιριού και την πείνα – ο χαρτοπολτός άραγε για την έκδοση εφημερίδων και περιοδικών στην οικουμένη, πόσα πεινασμένα παιδιά θα είχε θρέψει αν ήταν γάλα. Η τσιγγάνα μάγισσα μάνα του καθόταν στα ρηχά με όλα της τα ρούχα και με τα σκοτεινά της μάτια παρακολουθούσε τον επερχόμενο θάνατο μιας γυναίκας που χασκογελούσε ανέμελη με το σύντροφό της, επιδεικνύοντας εμμέσως την ευμάρεια της ζωής της.

Η παραλία βρίθει από καιροσκόπους –οπορτουνιστές όπως θα έλεγε ο διανοούμενος– με τ’ αντίγραφα αξεσουάρ του καταναλωτισμού, ωσάν δεκανίκια του φαίνεσθαι επάνω τους –μεγέθη προέκτασης του εαυτού τους– σαν τη μνήμη των ρομπότ, δηλαδή, της διεκπεραίωσης του χρόνου τους, δίχως την κατάκτηση ενός λεπτού σιγής, στη βύθιση της ενδοσκόπησης του πραγματικού είναι της ζωής τους.

Μεσήλικες άνδρες και γυναίκες, που ο δείκτης του ρολογιού στον καθρέφτη τους σταμάτησε στα είκοσι τους χρόνια, και τώρα εξαγοράζουν την έκπτωτη ζωή τους παλιμπαιδίζοντας και θωπεύοντας το θάνατο δίχως να το γνωρίζουν. Άνθρωποι του μόχθου, που μάταια προσπαθούν ν’ αντισταθούν στις ετικέτες κάποιων προϊόντων μήπως και θεωρηθούν δεύτερης κατηγορίας πολίτες, εγκλωβισμένοι από ένα κίβδηλο σύστημα αξιών όπου πρέπει να καταναλώνεις για να υπάρχεις ως άτομο.

Το άχρονο μάτι επόπτευε την τριήρη που προσάραξε στ’ αβαθή και αποβίβαζε τους αθάνατους σοφούς από την οδύσσεια των ορατών κι αοράτων της συνείδησης. Μόνο τα βρέφη, τα νήπια κι ένας αλκοολικός ποιητής τούς αντιλήφθηκαν και τους χαμογελούσαν. Εκείνοι διασκορπίστηκαν στην ακτή και χάραζαν στα παλίμψηστα μέτωπα των ανθρώπων το σημάδι της ζωής ή του θανάτου ανάλογα με τα έργα και τις πράξεις τους και που μόνο οι αστρικοί κριτές μπορούσαν να το αναγνώσουν.

Ένας μετανάστης αποτραβηγμένος στην άκρη της παραλίας –εκεί που το ποτάμι της Πικροδάφνης κατεβάζει από τις περιοχές των «πολιτισμένων» σκουπίδια κι ό,τι φανταστεί ο νους του ανθρώπου– σερνόταν έως το νερό με το ένα του πόδι –το άλλο ήταν κομμένο από το γόνατο και κάτω– για να απολαύσει το μπάνιο του. Απέφευγε να κολυμπά στα σημεία όπου συνωστίζεται η μάζα των λουομένων, για να μην προκαλεί οίκτο με το ατύχημα που του είχε συμβεί και που του στέρησε την αρτιμέλειά του.

Παραδίπλα ακούγονταν κάποια ‘αχ’ και ‘βαχ’ και όσο περνούσε η ώρα άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, ώσπου ολόκληρη η παραλία αναστατώθηκε κι όλοι έτρεχαν σαν δαιμονισμένοι πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο με ουρλιαχτά από τον πόνο και αγκομαχητά. Η θάλασσα είχε γεμίσει από μιλιούνια μέδουσες που τσιμπούσαν τ’ ανθρώπινα σώματα και κάποιες δεκάδες έβγαιναν από το νερό και με τα πλοκάμια τους ωσάν έλικες ελικοπτέρου ορμούσαν σαν σφήκες για το θεάρεστο έργο τους –τέτοιες καταστάσεις πανικού θέλει ο άνθρωπος για να αντιληφθεί τη ματαιότητά του και να πλησιάσει ο ένας τον άλλο.

Εκείνον τον είχαν περικυκλώσει εκατοντάδες και μόνο από τις συσπάσεις του προσώπου του αντιλαμβανόσουν τον πόνο που του προκαλούσαν, όμως παρέμεινε στη θέση του, λες και ήταν γι’ αυτόν το ελιξίριο μιας όμορφης αισθαντικότητας καθώς τώρα ξεχνούσε την απόρριψη και την περιθωριοποίησή του από τους συνανθρώπους του. Σε λίγο αντεστράφη η κατάσταση κι ένιωθε ένα παράξενο συναίσθημα ευφορίας. Δεκάδες μέδουσες περιφέρονταν στο κομμένο του πόδι σ’ ένα αμάλγαμα ενέργειας με ηλεκτρικές εκκενώσεις θαρρείς, αναπλάθοντάς το σαν τις μέλισσες που χτίζουν την κυψέλη τους. Σε λίγα λεπτά το πόδι του είχε αποκατασταθεί, και ολόκληρο το σώμα του είχε αποκτήσει ένα σφρίγος και ομορφιά απόκοσμη, και το αντελήφθη από τα βλέμματα των περαστικών, όταν περπατούσε χιλιόμετρα –θέλοντας να συνειδητοποιήσει αυτό που του συνέβη– για να βρεθεί στο υπόγειο όπου έμενε σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του κέντρου.

Η τάξη και η ηρεμία πλέον αποκαταστάθηκαν στην παραλία κι ο καθένας, με την παρέα του ή μόνος, απολάμβανε τον ήλιο και τη θάλασσα. Ως δια μαγείας, το συμβάν σβήστηκε από τη μνήμη τους –το νέο μοντέλο τηλεδιαχείρισης του συλλογικού ασυνείδητου είχε κάνει το θαύμα του– η εταιρία θησαυρίζει με τους ελεύθερους σκλάβους, πελάτες της. Τους εκκωφαντικούς θορύβους της μοναξιάς, αντικατέστησαν οι σειρήνες της ονειροπόλησης και ο καθένας, με δυο τετραγωνικά μέτρα άμμου κι επάνω της μια πετσέτα σαν τους πρωτόπλαστους σε μοντέρνα σύλληψη, έριχνε κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας, ώστε την κατάλληλη στιγμή να δαγκώσει το μήλο του παραδείσου, μια ιστορία που θα επαναλαμβάνεται εσαεί, όσο θα υπάρχει και η ανθρώπινη απληστία.

Τρεις γέροντες, περπατώντας πέρα δώθε σαν τρελά παιδιά –ένας ποιητής και συγγραφέας, ένας συνθέτης κι ένας ζωγράφος– άπλωναν τα χέρια τους στον αέρα σαν να κυνηγούσαν πεταλούδες. Εκείνη τη στιγμή περνούσε ο γνωστός μοναχικός της ακτής και τους ρώτησε τι ψάχνουν. Και όλοι μαζί συγχρόνως του απάντησαν: «Μαζεύουμε τα υλικά της δουλειάς μας», και συνέχισαν: «Όλοι εμείς οι δημιουργοί, όπως συνηθίζεται να μας λένε, δεν είμαστε τίποτα άλλο από ταξινομητές και καταγραφείς των υλικών της φύσης». Τους άκουγε με σέβας, καθώς είχαν φύγει πια από τον ατομικισμό και ζούσαν στην ουσία της ύπαρξής τους. Σε λίγο, επιταχύνοντας το βήμα του χάθηκε ξανά στο μοναχικό του δρόμο.


1 σχόλιο:

evagelia είπε...

...το παράλογο γίνεται ποιητική αξία, όπως ο πόνος και ο έρωτας. Μόνο εμβαθύνοντας δτο παράλογο του κόσμου κάνουμε να παρουσιασθεί ένα νέο φώς, άπειρα πιο λαμπερό από το φώς, που δοσμένο με την πρώτη, δεν αντέχει στην αυστηρή κριτική......ΤΡΙΣΤΑΝ ΤΖΑΡΑ
Ο Μαρίνος Καρβελάς παρουσιάζει ένα νέο φως , γιατί κάθε αξιόλογο απόκτημα στο πνευματικό πεδίο, πρέπει κανείς να το αρνείται και να το αφομοιώνει . Αυτή την στιγμή δεν μιλώ μόνο για το συγκεκριμένο λογοτέχνημα αλλά και για όλα τα δημιουργήματα του και για το ίδιο τον Μαρίνο που πολλές φορές απαρνείται τα ίδια τα πνευματικά παιδιά του……….Συνέχισε φίλε μου ….