Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΕΛΕΥΣΟΝ

Κέλευσον μέρα πολύρριζη ήχος αεικίνητος

Ολούθε το επέκεινα στο Χρόνο, ωσάν βιγλάτορας και σηματωρός
όπου το Φως κλωθογυρίζει προορισμούς 
όπως ίπταται εορταστικό επί της πόλης και του πελάγους .

Όσα φυλάσσει η άμμος από τον Ωκεανό,
η ταπεινότητα στο μέτρημα θα τ’ απολέσει.
Αθώρητη σωρεύει στο κύμα τ’ αχνάρια της,
καθώς φυγαδεύουν οι ταξιδευτές τις απολογίες τους,
καπνίζοντας ορίζοντες και θρέφοντας αποστάσεις.

Ο Νότιος Σταυρός ακινητεί το ταξίδι με μάτια θυέλλης,
όταν το σώμα σ’ ενύπνιο περιδιαβαίνει,
με ’κείνο το ανήλεο θώπευμα
που φωτογράφισε ο Νόστος με νεύματα  από τα θαλασσοπούλια.

Κέλευσον μέρα αχειροποίητη ήχος σωτήριος

Πολίτης ανέστιος είμαι, σε ατέρμονους δρόμους μυστηρίων.
Της αχιβάδας φωνή με οδηγεί στα πεδία της ουτοπίας.
Εγγαστρίμυθος στην απλοέπεια ευοδώνομαι,
κι αλλοεθνής του κόσμου, αναρχούμαι στη μάχη μου με το Θεό.
Αναδιφώ της γέννας μου το πρώτο γάλα
με την παροδικότητα των ειδώλων
 - όσα κρατούσαν ημερολόγιο του στατικού φωτός.

Τρις εις ζωήν με καταδίκασε
ο χρησμός της ασέληνης νύχτας,
όπως οδοιπορώ, λάμνοντας στις παρυφές του ανεξήγητου,
ακραγγίζοντας τη θέαση του λόγου
με την άναρχη αθανασία των λουλουδιών
της μιας ημέρας, αιτιολογώντας εκστάσεις,
σε νόστο του πρότερου και του ύστερου βίου μου.

Κέλευσον μέρα πολύπορη ήχος της πυγολαμπίδας

Γείρε στην αχλύ, μου είπε φωνή αντίλαλων,
στη χούφτα σου μάζεψε μαντικό νερό
και πιες ωσάν οιωνοσκόπος, ύστερα
αποδέξου το πένθος της απολεσμένης μέρας  που σε διαπερνά.
Της ειμαρμένης σου το μέτρημα, 
στο βωμό του Άχραντου παρόντος πάλλεται.
Τ’ όνομά σου στα ιμάτια των ανέμων ξεθωριάζει,
δεν υπάρχει αντιστρεπτή πορεία,
ούτε αντίτιμο ζωής σε αργυραμοιβούς της οδύσσειάς σου.

Σε νερένιο λαβύρινθο κυλά ο βίος σου και εξατμίζεται
από την κούνια του έως τη λίμνη Αχερουσία.
Ο οίστρος του Αρχάγγελου εναντιώνεται στη γλώσσα των θνητών,
με το σύμφωνο, συμφωνία ή σύμβαση του τέλους,
κρούοντας έναν άηχο μονόλογο της μετάβασης, στην άλλη ολότητα.

Το φωνήεν, φωνή, κραυγή  στο τεφρό της μνήμης βοά,
και με το παρήγορο βλέμμα του καθρέφτη ανασυντάσεται. 
Στο πρώτο κλάμα της γέννας, σπαράζεται η επίγνωση,
ως απόχτημα στου βυθού το λίκνο, και στην άφτερη διαδρομή.

Ο αυλητής μάντης στην Τροία
το ήξερε από τότε, και μοιρολογούσε
στου Έκτορα το γάμο με την Ανδρομάχη.
Είχε προκαλέσει την ειμαρμένη επιλέγοντάς την ως σύζυγο,
τ’ όνομά της μαρτυρούσε το σημάδι του θανάτου.


Κέλευσον μέρα άρχουσα ήχος του απέριττου

Όρθρος του άχραντου Λόγου,
με την γύρη της πληρότητας 
υμνολογεί τις άφωνες αμυχές της ψυχής.
H τελευταία αναπνοή του βουτηχτή στον θάνατο,
ωσάν Ελευσίνια κατάβαση στον άδη.
Σώμα κέλυφος και κιβωτός της ψυχής
που καλαφάτισε ο Απάτωρ Χρόνος
για το μεγάλο ταξίδι.

Κέλευσον μέρα αμόλυντη ήχος της Ταχρίρ

Νυχτερινό σώμα, σε μάτια καθρέφτες ακροάζεται.
Χορδές οι ζάρες στο σεντόνι του, 
παιανίζουν το αψεγάδιαστο της εφηβείας.

Στο απέναντι βενζινάδικο ο μετανάστης Άχμετ
ανασταίνεται μαζί του, με προπατορική μνήμη
κάθε μεσάνυχτα, αλαφροίσκιωτο.
Στοιχειωμένη ζωή νοτίζει το υπόγειο δωμάτιο,
με αποτσίγαρα που αποπνέουν ερημία,
και οι ατρύγητες φλόγες του τον καταβροχθίζουν ανελέητα,
ωσάν καιόμενη βάτος.

Απογυμνωμένη σκιά που την ήβη του
συναντά, εκεί στ’ απόκρυφα του νου
που τελούνται τα Ορφικά μυστήρια των καθαρμών.
Μ’ ένα κουτάκι μπύρα σε διάλειμμα αναψυχής στ’ όνειρο,
ημερεύει την τρικυμία μέσα του, κοιτάζοντας το φεγγάρι
στους δρόμους του άγνωστου και ’κείνο τον ακολουθεί
στο αμετάβατο της κάθε ημέρας του.
Καλωσόρισες στη χώρα των συμβιβασμένων,
του έγνεφαν οι φωτεινές επιγραφές, 
εκείνος όμως δεν ήξερε Ελληνικά.

Κέλευσον μέρα ροκ ήχος του νερού

Είχε ένα γάντζο και μια μαχαίρα η Φωτεινή των πάγων
με το ροδάμνι της πορφύρας στα χέρια.
Ανοξείδωτη φωνή, ο ντελάλης του καλοκαιριού, με το κάρο
που έσερνε το άλογό της: ο Γκάρι Κούπερ,
όπως αγαπησιάρικα τον έλεγε.

Η Οδύσσεια της κάθε ημέρας την οδηγούσε
ωσάν μυθική ραβδοσκόπο στη βιογραφία των δρόμων,
με την αυτόφωρη λιποθυμία του μεσημεριού,
τ’ άνυδρα κορμιά να ποτίσει.
Αναπεπταμένη μορφή του θέρους,
μάνα σεβάσμια "ντε γιούρε ηθικής".
Οι ντερτιλήδες στους καφενέδες με μία ελαφριά κλίση 
της κεφαλής τους, την χαιρετούσαν αναστενάζοντας.

Κουβαλούσε τη νεροσυρμή των διάφανων σχημάτων
αργόσυρτα σε χωματένιες γειτονιές,
φορτώνοντας τον πάγο, από του ΦΙΞ το εργοστάσιο.

"Φθέγγομαι" με φωνή των κρυστάλλων,
ζωγράφιζε η επιφάνειά του καθώς έλιωνε,
κι εκείνη έβλεπε το σημάδι ως ευχή,
μοιράζοντας μ’ ευχαρίστηση τα θραύσματά του
στα ξυπόλητα παιδιά που την ακολουθούσαν,
κραυγάζοντας για τον ερχομό της.

Πέρασαν τα χρόνια και η Φωτεινή αποφάσισε
μια μέρα όπου η θερμοκρασία ήταν υπό το μηδέν
να φύγει για το μεγάλο ταξίδι.
Το πρωτοκύταρο  αειθαλές, θραύσμα κρυστάλλου,
σε φάσμα καλειδοσκοπικών φωτοσκιάσεων, έλαμψε στα μάτια της.
Εκείνη τη μέρα έριχνε χιόνι αλλά είχε και ήλιο μαζί, περιέργως.

Ο Γκάρι Κούπερ έγινε ξανά ιππόκαμπος
όπως του είχε υποσχεθεί η γοργόνα του πελάγους,
μετά το πέρας της προσφοράς του στην κυρά του.
Τώρα χλιμιντρίζοντας τις νύχτες πάνω στα κύματα.
δημιουργεί μαιάνδρους με τ’ όνομα της κόρης
που υπηρέτησε πιστά κι αγάπησε.

"Alea jacta est"
ο κύβος πάγου ερρίφθη,
στο τελευταίο ποτήρι της ζωής της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: