Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΕΠΩΝΥΜΕΣ ΕΡΗΜΙΕΣ


πωλούνται επώνυμες ερημίες
με διαλόγους απουσίας
σε τέσσερις τοίχους
με τη συνεισφορά αμαρτωλών
ψυχών άνευ μετανοίας
..............................................................................................................................................................

δρόμο άγριου καιρού αψηφώ
βοά το θεριό εντός των ανθρώπων
και τρίζει
μ' ένα του νεύμα τους ξενιτεύει.
στο φως θα κριθεί κι άλλη μέρα δύσβατη,
μες στο παλμό της τρικυμισμένη,
με συνθήματα των ανέμων

σήμα έδωσε λιτό το παρόν
να βγει το θεριό από την κρυψώνα
του φόβου (της μέρας- της νύχτας)
μέσα στα φώτα χάνει τον κόσμο( την αίγλη)
τραβά να κρυφτεί σε μια πίκρα άστεγη
σ' ένα σταθμό με τους ταξιδιώτες
ως ενθύμιο των σωμάτων
...............................................................................................................................................................

ζωές μισές στο κρύο σε βρώμικο τοπίο
μιλάνε στη βροχή
τη μέρα προσπερνάνε στη νύχτα δε χωράνε
και ζουν μια εποχή
ο βίος τους χειμώνας
το ζούνε κατά μόνας
Θεέ και κύριε
κόσμε μυστήριε
χαθήκανε στα χρόνια παρέα τους τριζόνια
με ράγισμα φωνής
στα βλέμματά τους δύουν τη μοναξιά εκτίουν
σε δρόμο ενοχής - ανοχής
σκιές που ζουν σ' αργίες χωρίς επαγγελίες
στου κόσμου τη σιωπή
σπαράζουν και το κρύβουν το κοίταγμα τους στύβουν
σ' ανύπαρκτη ντροπή

...............................................................................................................................................................

στις ανάσες σου στο σώμα
κρύβεις πράγματα ακόμα
δεν τα λες στους μονολόγους
στους προσωπικούς σου λόγους
τα φυλάσσεις στη γραφή σου
στη ματιά και στην αφή σου
των ερώτων ιστορίες
της καρδιάς σου εξορίες
ακούς τραγούδια πλαστικά
ζωή με ανταλλακτικά
έχεις και είσαι μυστικά
το πιόνι μες στ' αρπαχτικά
αχ πως αντέχεις καρδιά δεν έχεις
αναγράφεις την ελπίδα
στη σπασμένη σου πυξίδα
Δον Κιχώτης σε μια πράξη
σ' ένα έργο και: εν τάξει
ονομάτισες το ρόλο
σ' αποθέωσε στο σόλο
της ζωής σου το εμπάργκο
και στο ματς κι εσύ στον πάγκο
μες στης πόλης σου την άκρη
περιφέρεις ένα δάκρυ
που εντός του πλέουν πλοία
σε αυθαίρετη πορεία
λες και μόνος χτίζεις τείχη
όπου λάχει κι όπου τύχει
και στου κόσμου σου το δώμα
λείπει στ' όνειρο το χρώμα
.................................................................................................................................................................

σε σχισμένο χάρτη μια διαδρομή
ήταν της ζωής σου η λευκή γραμμή
κι ούτε 'συ δεν ξέρεις που σε παρασέρνει
και ποιας θλίψης ήσουν βήμα κι αφορμή
έδιωξες τη μνήμη σε μια ξένη γη
κάθε που νυχτώνει γίνεσαι κραυγή
μέσα σου τραντάζει όλες τις αισθήσεις
και σου ανεμίζει μαύρη χαραυγή
γύρω σου χαράζει γίνεται γιορτή
και μια ηλιαχτίδα τρέχει να σε βρει
δίπλα σου χορεύει σ' αποθανατίζει
και σε στεφανώνει με μια ανατολή
σήκω πάνω φύγε άλλαξε σταθμό
έχει κι άλλο τρένο μ' άλλον αριθμό
κι ένας οδοδείκτης στο δικό σου δρόμο
πάντα φως θ' ανάβει μέσα στο χαμό
...............................................................................................................................................................

τη συνεδρίαση του μέλλοντός μας πράξαν οι πραίτορες
οι ξενοδίκες αθώους μάντρωσαν σε μαύρη πλάνη
μ' ένα φιρμάνι πουλούν το βιος μας σε φαύλους μέντορες
ξεπουλημένοι ντόπιοι κι αλλότριοι στήσαν πλεκτάνη
τόσα φερέφωνα υποταγμένα κι ανερυθρίαστα
τας χείρας νίπτουν ως ανερμάτιστοι εντολοδόχοι
και την κερκόπορτα της ύπαρξής μας ρίξαν αβίαστα
στην απληστία των αδιόρατων γίναμε στόχοι
πόσες ζωές θρηνούν ανώνυμα μες στ' αδιέξοδα
οι σαλτιμπάγκοι που μας ανέδειξαν κρυφίως σκλάβους
στοιχειοθέτησαν τις κατηγόριες τους ψευδώς κι ανέξοδα
και στο παιχνίδι τους βουλιάζουν άναντρα ονείρων ναύλους
δέστους στον ίσκιο τους πως περιφέρονται βρωμώντας γύρω τους
με δόντια ύαινας και με τυράννων δημηγορίες
την ανομία κρύβουν τα λόγια τους και τους τριγύρω τους
μες στ' αδιέξοδα περνάνε άνθρωποι πικρές αργίες

...............................................................................................................................................................

μας αργοσβήνει ο καιρός τα δόντια του μας δείχνει
μας τάισε με ψέματα κι οι λέξεις συνωστίζονται
σε ραγισμένες μέρες
ωσάν τυχαίους αριθμεί αγώνες και τους ρίχνει
στ' αζήτητά του θέματα λες κι όλα πια ορίζονται
με βία και φοβέρες
διάλογο κι αντίλογο στου χρόνου τον καιάδα
τους πέταξε το άδικο εν μια νυχτί ριμάδα
το δίκιο δε λογάριασαν της γης οι εμποράκοι
το ξέχασαν στα κύματα σε χάρτινο βαρκάκι
δεν το χωρά ανθρώπου νους οι αποικιοκράτες
να φέρνουν νόμους άνομους στη χώρα που ρημάξανε
με τις ραδιουργίες
κρυφά χτυπούν κι αλύπητα με σύστημα και κράχτες
ακόμα και τα όνειρα με νόμο επιτάξανε
στις κοσμοθεωρίες

...................................................................................................................................................................
...................................................................................................................................................................

έρημοι καημοί της συννεφιάς νομάδες
με σέρνουν στο χορό με έρωτες φυγάδες

ένοχη σιωπή τη μοναξιά μαντεύεις
σε μέρες στεναγμών τις σκέψεις μου στοχεύεις
άσωτες σκιές της νύχτας μονομάχοι
με ρίχνουν στη φωτιά και καίγομαι σα στάχυ
σέρτικο καπνό της λησμονιάς χαρμάνι
με κέρασαν εκεί στης νύχτας το λιμάνι
άτρωτο κορμί από αυλές θαυμάτων
με ρίχνεις σε γκρεμό με ήχους των βημάτων
άναρχη φωνή το λυτρωμό ρημάζεις - τη μοναξιά χαράζεις
μου πήρες την καρδιά με κλέβεις και μου τάζεις



Δεν υπάρχουν σχόλια: