Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΝΗΣΙ

Διήγημα

               Πόσο θα ήθελα να χανόμουν στον ουρανό, να του παραδινόμουν, χωρίς να ξέρω, δίχως να ρωτώ πού πηγαίνω, σε μια αφανέρωτη διαδρομή, γλυκιά κι απελεύθερη σαν ένα πολύχρωμο μπαλόνι που ξέφυγε απ’ το χέρι κάποιου μικρού παιδιού.
               Σκαρφάλωνα κι ονειρευόμουνα στην άκρη ενός εγκαταλειμμένου πετροκοπιού, αιώνων ξεχασμένου που δεν μπορούσα χρονικά να υπολογίσω. Εδώ πραγματοποιούσαν ως φαίνεται την εξόρυξη του πολιτισμού οι πρόγονοί μου, ημιτελή τεμαχισμένα μάρμαρα απεικόνιζαν το πρόδηλο. Ήμουν ένας απρόσκλητος επισκέπτης που τάραζε την ηρεμία της φύσης σ’ αυτόν τον απάτητο τόπο. Ανηφόριζα προσπαθώντας ν’ ανακαλύψω το σημείο του προορισμού μου, που στην πραγματικότητα δεν ήξερα, αλλά θ’ αναγνώριζα από τα σημάδια της διαίσθησης ή από το προάγγελμα μυστικών εκκενώσεων της φύσης.
               Ήμουν σε εγρήγορση, αισθανόμουν ότι είχα πλησιάσει αρκετά μετά από μέρες πεζοπορίας και μ’ ελάχιστες μόνο ώρες ύπνου. Θα έλεγα πως περπατούσα ασταμάτητα ακόμα και στον ύπνο μου, κάτι σαν υπνοβασία ακίνδυνη μα επιβεβλημένη. Αιχμάλωτος μιας δύναμης αχαλίνωτης και εκπορευόμενης έξω από μένα, με είχε κυριεύσει, και τελικά άθελά μου την είχα αποδεχτεί χωρίς ταλαντεύσεις· και τώρα με είχε κυριεύσει ολοκληρωτικά. Προχωρούσα και με συντρόφευαν τα τιτιβίσματα των πουλιών, το θρόισμα των φύλλων και σε κάποιες ανηφοριές το κατρακύλισμα των χαλικιών.
               Το συναίσθημα της απελευθέρωσης με κατέκλυζε ευχάριστα και συγχρόνως πετούσα φορτία από πάνω μου άχρηστα, που κουβαλούσα χρόνια ολάκερα και είχαν γίνει ένα με το σώμα μου. Καταδυόμουν και αντίστροφα σ’ ένα πράσινο ωκεανό· βουνά και λόφοι καταπράσινοι από δένδρα και χαμηλή βλάστηση αλλά σε στέρεα εδάφη που σε πολλές περιπτώσεις πίστευα πως ρίζωναν επάνω σε πετρώματα από γρανίτη.
               Απρόσμενα πολλές φορές το πράσινο φανέρωνε ρήγματα από ουρανό, και γινόμουν θεατής και σύμφυτος με το ονειρικό, και άλλες φορές συνέβαινε το αντίθετο όπως το γαλάζιο τ’ ουρανού ξεπρόβαλλαν βράχοι με δένδρα χιλιόχρονα σ’ εξωτικές διαβαθμίσεις, αφού φύτρωναν μέσα του έτσι από ένα καπρίτσιο της φύσης. Η αχλύ και το σύννεφο συνέδραμαν σ’ αυτή την παράξενη συνύπαρξη. Η βαρύτητα λες και δεν έπαιζε κανέναν ρόλο σε όσα αντίκριζα κάθε τόσο τριγύρω μου, με τις εναλλαγές των εικόνων και τις υψομετρικές διαφορές.
               Πορευόμουν σ’ έναν κόσμο όπου γινόταν οδηγός μου, χωρίς τα κιγκλιδώματα του φόβου, απλά υπήρχα σ’ αυτό το σύνφυρμα του πράσινου με το γαλάζιο και ήμουν μέσα στο όνειρο ελεύθερος και απροστάτευτος στο αναπάντεχο. Δεν ένιωθα εξαντλημένος, όλα δημιουργούσαν έναν οίστρο προώθησης και συντροφικότητας, καθώς παντέρημος αλλά και αναγεννημένος θαρρείς πεζοπορούσα στο άγνωστο, σε μια ανεξερεύνητη παράλληλο της ζωής μου.
               Ο πόνος και η κούραση εδώ είχαν μεταμορφωθεί στο αντίθετό τους: δεν υπήρχαν καν, οι αρμοί του σώματός μου μετασχημάτιζαν τη διαδικασία της κίνησης σε πέταγμα χωρίς τριβή και φθορά. Η ανυψωτική δύναμη γινόταν όλο και πιο εμφανής, τα πόδια μου μερικές φορές αργούσαν να πατήσουν στο έδαφος σε κάθε δρασκελισμό μου, αφήνοντας πατημασιές σε αέρινα σκαλοπάτια.
               Στην αρχή απέδωσα αυτή τη διαδικασία σε μια παραίσθηση της στιγμής, όμως αυτό γινόταν ολοένα και συχνότερα. Σ’ ένα πέρασμά μου από μία μεγάλη κοτρόνα που δημιουργούσε φυσικό εμπόδιο στο στενό μονοπάτι που ανηφόριζα, αισθάνθηκα να την προσπερνώ με μεγάλη ευκολία, με την άνεση που είχε ένα ζαρκάδι σε αργή κίνηση.
               Όταν αποφάσισα να σταματήσω για λίγο μου ήταν αδύνατο να σταθεροποιηθώ, λες και προσπαθούσα να ισορροπήσω επάνω σε αιώρα. Η επιθυμία να παίξω με κυρίευσε ολοκληρωτικά, κι άρχισα να πηδάω σαν σε ανύπαρκτα ελαστικά στρώματα σα μικρό παιδί. Τώρα πλέον δεν πατούσα καθόλου στο έδαφος, είχα γίνει άνθρωπος πουλί, είχα αποκτήσει κι άλλες δυνάμεις, δεξιότητες θα έλεγα, που δεν τις είχα φυσικά πριν. Σαν τόπι παιζόμουν από τους κορμούς των δένδρων δίχως πόνο και ήμουν και παιχνίδι και παίχτης μαζί.
               Όλη αυτή τη μεταμόρφωση τη δέχτηκα φυσιολογικά με το θωπευτικό αεράκι να συνδράμει σ’ όλο μου το σώμα αναζωογονητικά. Το θαύμα έχει πατρίδα, λοιπόν, όταν αφήνεσαι στους οχτώ δρόμους των ανέμων να σε παρασύρουν σαν ένα μικρό υπάρχον του ονείρου, στοιχείο συνώνυμο στις φλέβες της ύπαρξης, σκεφτόμουν. Να την εμπεριέχεις και να εμπεριέχεσαι μέσα σ’ αυτήν άδολα. Ανακάλυπτα το βυθισμένο μου εγώ να εξατμίζεται δημιουργικά στην κοίτη του είναι και αυτό που επέπλεε στην επιφάνειά του ήταν η ψυχή μου που έψαχνε την κυψέλη της ουσίας του κόσμου, τον απυρόβλητο κύκλο της συνέχειας.
               Ήθελα να πάω πιο πέρα από κει, να βγω από τον έναν κύκλο και να ενσωματωθώ σε κάποιον άλλο, κουβαλώντας μαζί μου το υλικό της απόσταξης από το οδοιπορικό της προηγούμενης εμπειρίας μου. Ήθελα να τα γνωρίσω όλα, δεν ξέρω ποια, γι’ αυτό εξάλλου ήμουν εδώ ψάχνοντας.
               Έμεινα έκπληκτος όταν συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν μπροστά σ’ ένα απέραντο άνοιγμα με καταρράχτες, χειμάρρους, ποτάμια και λίμνες σε μια αφύσικη συνύπαρξη μεταξύ τους, επειδή έτρεχαν με ήχους απόμακρους, καθαρτήριους και καθησυχαστικούς. Έλλειπε ο γνωστός βόμβος και ο κατακτητικός παφλασμός τους, όπως ήξερα από παλιά. Όλα συνέτειναν σε μια ορχήστρα πολύ καλά κουρντισμένη, όπου ανταποκρίνονταν σ’ ένα μελωδικό αποτέλεσμα. Ένοιωθα πληρότητα σ’ αυτό που εμείς οι άνθρωποι φανταζόμαστε ως μεταφυσικό και είναι πάνω απ’ τις δικές μας αντιλήψεις.
               Δένδρα, θάμνοι και κάλυπταν λόφους και πλαγιές σε απροσδόκητους συνδυασμούς χρωμάτων, όλα τα φυτά φαίνονταν αειθαλή και εξωτικά συγχρόνως. Οι ιτιές, οι ευκάλυπτοι και τα πλατάνια, με κορμούς που θέλουν δέκα ζευγάρια χέρια περίπου να τους αγκαλιάσουν, πλέκονταν με οστριές και ομαλόκεδρους. Αριές συνυπάρχουν με κουμαριές και με τα ροζ άνθη της πικροδάφνης και με μυρτιές. Τα αρωματικά φυτά: μελισσόχορτα, πευκέδανα, μέντες και άλλα παράξενα που δε γνώριζα ν’ αρωματίζουν τον αέρα παγανιστικά, διεκδικώντας το χώρο τους ανάμεσα στα υπερμεγέθη δένδρα.
               Παράξενες φωτεινές φιγούρες σάλευαν αργόσυρτα δίπλα στις όχθες των λιμνών, με κινήσεις αλλόκοτες αλλά με περίσσια χάρη ως προς την ηρεμία του τοπίου. Πλέκονταν μεταξύ τους σα να συνδιαλέγονταν με μυστικούς κώδικες επικοινωνίας. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού μου αμήχανα αρχικά και μετά στο πουκάμισό μου, ψάχνοντας ενδεχομένως μηχανικά τα πειστήρια της αληθινής επίγειας ζωής μου. Έβγαλα ένα χρησιμοποιημένο εισιτήριο της ασυνέχειας, ένα ραβασάκι αντιγραφής της ζωής και μια απόδειξη κατάθεσης στην τράπεζα του πεπερασμένου χρόνου.
               «Όχι, όχι, είμαι ζωντανός! Δεν μπορεί να πέθανα και να ξέχασα αυτά τα σκουπίδια στις τσέπες μου.» Μα πάλι αν είχα σβήσει από το μυαλό μου τον τρόπο και το χρόνο της μεταφοράς μου εδώ, και βρίσκομαι στον άλλο κόσμο, και αντί για προσωπικά αντικείμενα και κοσμήματα που συνόδευαν τους νεκρούς στην τελευταία κατοικία τους κάποτε, άφηναν στις τσέπες τους μετά διάφορες αποδείξεις αγοράς αντικειμένων και υπηρεσιών, σα συστατικές επιστολές ή φύλλο πορείας νεκρού για τη δίχως επιπτώσεις αντιμετώπιση των υπερκριτών; Δείγματα συμμετοχής στους καταναγκασμούς της ζωής.
               Αχ, εμείς οι άνθρωποι δεν αποχωριζόμαστε ποτέ τη μεμψιμοιρία μας! Λερώνουμε τις όμορφες στιγμές μας με αρνητικές σκέψεις, ωσάν το αντίδοτο φαίνεται για να μην πεθάνουμε από την πολλή ευτυχία, όποτε μας συμβαίνει αυτό το γεγονός, και αν μας συμβαίνει στ’ αλήθεια. Προσπαθώντας ν’ αποφύγω τις αρνητικές σκέψεις μου το βλέμμα μου έπεσε σε μια συστάδα ανθισμένων δένδρων. Πλησιάζοντάς τα, ανακάλυψα με την αίσθηση της αφής και της όσφρησης ότι τα άνθη τους ήταν εδώδιμοι καρποί παράξενων σχημάτων σε κάθε δένδρο, με διάφανους και αψεγάδιαστους φλοιούς.
               «Κι αν ήταν δηλητηριώδη;» σκέφτηκα. Η αγαλλίασή μου επανήλθε ολοκληρωτικά και αυθαίρετα θα έλεγα και με ώθησε να δοκιμάσω έναν απ’ αυτούς τους καρπούς. Η περιέργειά μου υπερσκέλισε τους φόβους μου. Το σχήμα του ήταν στρογγυλό, σε μέγεθος καρύδας, και το χρώμα του άλικο. Η απόληξή του είχε σχήμα μικρής βεντάλιας, κιτρινοπράσινης, με ολόλευκα μικροσκοπικά λουλουδάκια στις άκρες, σαν της μπιγκόνιας, μοσχοβολώντας μ’ ένα άρωμα μεθυστικό και διαπεραστικό.
               Μόλις το έκοψα, ο χώρος πλημμύρισε με ήχο πίπιζας, ήταν σα μουσική επένδυση της πράξης μου, κάτι ανάλογο με τις γιορτές της συγκομιδής λαών αυτοχθόνων. Αναρωτιόμουν αν το δένδρο μου το πρόσφερε μ’ ευχαρίστηση, ή το τραυμάτιζα μ’ αυτή μου την ενέργεια. Εκείνο τίναξε ελαφρά το φύλλωμά του με ρυθμό, γινόμουν μάλλον αποδέκτης φιλικής αντιμετώπισης· έτσι το εξέλαβα.
               Έφερα το παράξενο φρούτο στο στόμα μου και ο ουρανίσκος μου ευλογούσε στο θόλο του την έκρηξη της γεύσης του. Η ουρά του είχε πέσει αυτόματα στο έδαφος, σαν επίκληση γονιμότητας. Το άρωμά του με κυρίευσε, ποτέ δεν είχε καταγράψει η όσφρησή μου τέτοια παραδεισένια μυρωδιά. Τα χείλη μου διαστέλλονταν μ’ ευχαρίστηση. Το δάγκωνα λαίμαργα, πεινούσα αρκετά. Έλιωνε στο στόμα μου, δημιουργώντας γλυκούς παφλασμούς στα σωθικά μου. Απορροφούσα την ενέργειά του, που αυτόματα μετουσιωνόταν σε ελιξίριο ζωής και εξιτήριο απ’ τα συνηθισμένα θα έλεγα.
               Η γεύση του εκτόπιζε στη λήθη όσα πριν είχα δοκιμάσει, ίσως κι εμένα ακόμα. Κατηφόριζα προς τις λίμνες, πλάι από τους καταρράχτες, το μονοπάτι ήταν γεμάτο με πλατύφυλλους υπερμεγέθεις κρίνους. Είχαν μέγεθος σαν από χωνί παλιού γραμμόφωνου, κιτρινόλευκοι, και ύψος ένα μέτρο περίπου. Στους μίσχους τους λεπτεπίλεπτες περικοκλάδες με μικροσκοπικά γαλαζοκίτρινα ανθάκια, σαν σκαλιστές πολύτιμες πέτρες, συμπλήρωναν αυτή τη ζωντανή ζωγραφιά της φύσης.
               Κάθε τόσο πολύχρωμα σύννεφα από πουλιά έδιναν κίνηση στην ομορφιά του τοπίου, με κοπάδια όλων των ειδών, όπως πάπιες, χήνες, φοινικόπτερα, χαλκόκοτες, αργυροτσικνιάδες και σφυριχτάρια. Επίσης γερανοί, κοκκινόχηνες, γλαρόνια κι ερωδιοί. Λες και μια δεύτερη κιβωτός άφηνε εδώ όλα τα είδη της πανίδας, ωσάν να ήταν το σπίτι της Γένεσης. Ήταν ο χώρος όπου δε χρειάζονταν να μετακινηθούν, επειδή τους παρείχε όλες τις συνθήκες διαβίωσής τους. Απόδειξη ότι μια μικρότερη λίμνη που τα νερά της ήταν παγωμένα και υπήρχαν εκεί ζώα, όπως πολικές λευκές αρκούδες, με ελευθερία κινήσεων, χωρίς ανταγωνισμούς, και με πιγκουίνους σε αστείες κινήσεις.
               Ένιωθα παράταιρος με τόση ομορφιά γύρω μου. Στα ρυάκια το νερό έτρεχε σαν κινούμενα ασημόχαρτα, ώσπου να συναντήσει τους σκόρπιους βράχους και να χαθεί στις σχισμές τους και να επανεμφανιστεί πιο πέρα, κελαρυστό, στις καταπράσινες ρεματιές. Κανένα ίχνος δε φανέρωνε την ύπαρξη κάποιου άλλου ταξιδιώτη. Στρίβοντας δεξιά στην πρώτη διασταύρωση, βρέθηκα αντικριστά με τέσσερις υπερήφανους ερωδιούς, μεγαλύτερου μεγέθους από τους συνηθισμένους.
               Τους πλησίασα με περιέργεια κι εκείνοι ανταποκρίθηκαν, σκύβοντας το ράμφος τους με φιλική διάθεση, παρατηρώντας με. Σε λίγο, άπλωσαν τις φτερούγες τους, με περιρρέοντα ναρκισσισμό, Κι πέταξαν μακριά.
               Όσα παρατηρούσα γύρω μου είχαν το διπλάσιο μέγεθος από το κανονικό, οι συνθήκες διαβίωσης φαίνονταν ιδανικές και απαράμιλλες.
               Καθώς πλησίαζα στην πρώτη λίμνη, αντιλήφθηκα τις φωτεινές φιγούρες να μετακινούνται αθόρυβα στα ξέφωτα και στα φυλλώματα των θάμνων. Είχαν κάτι το ακαθόριστο: ήταν σα μετακινούμενες δέσμες φωτός, πολύ διάφανες, σα φαντασιώσεις κινουμένων σχεδίων κινηματογραφιστή.
               Μου θύμιζαν έντονα μνήμες από την παιδική μου ηλικία, αυτό που συνέβαινε μετά από τα κλάματα κάποιας αταξίας, όταν έτριβα τα μάτια μου με τους λυγισμένους δείκτες κι αυτά μου φανέρωναν καλειδοσκοπικά χιλιάδες φωτεινά σχήματα.
               Σα να ξετρύπωνα ένα μικροσκοπικό νυχτερινό ουρανό γεμάτο υπέρλαμπρα αστέρια που με ταξίδευαν παρηγορώντας με στο δικό μου σύμπαν.
               Οι φωτεινές φιγούρες έβγαζαν χαμηλούς αχάτινους ήχους κι έπρεπε να συγκεντρωθώ αρκετά ώστε να ακούσω τους ακατέργαστους συνδυασμούς ηχοχρωμάτων με αρκετή μουσικότητα, με ρυθμικές επαναλήψεις. Μου έστελναν μηνύματα, έτσι πίστευα, η ξέπνοη αντήχησή τους είχε ειρηνική διάθεση, με πλήρη αλληλουχία ήχων και κίνησης μαζί.
               Οι ανθρώπινες εσωτερικές διεργασίες μου, προσπαθούσαν να επεξεργαστούν το φαινόμενο και να το κατατάξουν, όπως συνέβαινε πάντοτε, σε μια εννοιολογική ομάδα, που στην περίπτωσή τους οδηγούμουν απευθείας στα φαντάσματα.
               Μάλλον δεν τους ταίριαζε το είδος αυτό· τα αδικούσε βάναυσα. Προτιμούσα μια πιο μεταφυσική ομάδα, εκείνη των αιωρούμενων άυλων ψυχών, που ήταν καταδικασμένες σε μια ημιανθρώπινη κατάσταση. Κι αυτό το έβρισκα πολύ βιαστικό και επιπόλαιο, επειδή δεν είχαν δείξει κάτι το ανθρώπινο. Μου ήρθαν στο μυαλό μου πάλι οι καρικατούρες της παιδικής μου ζωγραφικής τεχνοτροπίας.
               Δεν πρόλαβα να τελειώσω τις σκέψεις μου κι άρχισαν να χορεύουν κωμικά, αλλάζοντας σχήματα σαν να συμφωνούσαν μαζί μου.
               Μου έδιναν την εντύπωση ότι ξεκαρδίζονταν στα γέλια δίχως τους συνήθεις ήχους αυτής της απόλαυσης.
               Χωρίς να το θέλω, έκαναν επιδρομή στο μυαλό μου λέξεις παράξενες και άγνωστες και δεν καταλάβαινα με την τόση επιμονή τους ώστε να θέλουν πεισματικά να αποτυπωθούν στο μυαλό μου. «Κυρία, κυρία, το έχω στο στόμα μου». Οι μνήμες πάλι αλώνιζαν μέσα μου από τη σχολική περίοδο, με τις νοσταλγικές στιγμές του σχολιαρόπαιδου με τη δασκάλα του.
               Τώρα όμως ήταν στο στόμα μου και στο κεφάλι μου και ήμουν σίγουρος ότι μου έστελναν κατευθείαν τις απαντήσεις στα ερωτήματά μου χωρίς να μεσολαβούν τα στοιχεία της γλώσσας με τρόπο που δεν καταλάβαινα.
               Εκμαιεύουν τις ερωτήσεις μου σιωπηλά από τους νευρώνες μου στον εγκεφαλικό φλοιό δίχως εμφανείς παρεμβολές, σκεφτόμουνα.
               Ίσως πάλι να τα ονειρεύομαι όλα αυτά η να είναι χαζές επινοήσεις μου.
               Σε λίγο σταθεροποιήθηκαν, στρογγύλεψαν, κι ακούστηκαν γνώριμοι ήχοι ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ομιλίες, μηχανές σε ένταση, αυτοκίνητα, ποδοβολητά και καιρικά φαινόμενα σε έξαρση. Συγχρόνως άλλαξαν σχήμα και κατέληξαν σε ανθρώπινα περιγράμματα, με τα άκρα τους να πάλλονται αστεία. Ήξεραν και με αντέγραφαν κοιτάζοντάς με κοροϊδευτικά. Έτσι πίστεψα στην αρχή, αλλά ωστόσο τα πράγματα ήταν διαφορετικά στη συνέχεια.
               Για πρώτη φορά ένιωσα μόνος, κι ένας συρφετός από σκέψεις, αρπαχτικά, δοκίμαζαν τα όριά μου. Αναδύθηκαν ανελέγξιμες φοβίες, κι όλο δυνάμωναν προσπαθώντας να με παρασύρουν στην άβυσσό τους. Επιτακτικά έθεταν το ερώτημα: πώς βρέθηκα σ’ αυτό το παράξενο τόπο. Ήμουν άραγε ένας μενεστρέλος στη χώρα των ονείρων;
               Δεν μπορούσα να θυμηθώ, υπήρχε κενό πριν από την ανάβασή μου σε τούτα τα μέρη. Μ’ έπιασε σύγκρυο, κι ένα επικρεμάμενο πρόσκαιρο νόημα παλλόταν ασυνείδητα μέσα μου σα σχοινί διάσωσης, δίχως να είναι δεμένο κάπου. Προσπάθησα να κρατηθώ, ήθελα να επενδύσω σε αυτό ή να αναρριχηθώ έστω και σε μια μετέωρη λύση. Ήθελα από κάπου να πιαστώ, προσπαθούσα απεγνωσμένα να αυτοπροσδιοριστώ και να αποδράσω. Να γυρίσω πίσω στα γνώριμα μέρη μου. Όχι, όχι, αυτό το σχοινί μπορεί να γίνει η θηλιά μου και να με πνίξει, σκέφτηκα.
               Αναδύονταν από μέσα μου σκέψεις, προγράμματα ημιτελή, αναδρομικά της θέλησής μου, όνειρα ανεκπλήρωτα, χαμένες ευκαιρίες, συγκρούσεις και ακατέργαστες προθέσεις, έπαιρναν θέση σ’ ολόκληρο το είναι μου κι εγώ γινόμουν ο Επιμηθέας, το εξάρτημά τους, ο μεταφορέας τους, η επικράτησή τους, το όχημά τους, είχαν πλήρως αντιστραφεί οι όροι της συνδιαλλαγής μας και των ρόλων μας.
               Ένα κοπάδι με κύκνους που πετούσε πολύ κοντά μου, διέκοψε τις ανεπιθύμητες σκέψεις αρπαχτικά, και μ’ επανέφερε στην ομορφιά του περιβάλλοντος χώρου. Ψήγματα φωτεινότητας μετέφεραν στα φτερά τους τα ολόλευκα πουλιά, φωτίζοντας δειλά-δειλά τη σκοτεινιά μου. Οι φωτεινές φιγούρες έκαναν έναν κύκλο γύρω μου, δημιουργώντας ένα σώμα διάφανου φωτός. Τότε κατάλαβα το τι περιείχε αυτή η περίσσεια λάμψη της στο φως της ημέρας. Άπειρα φωτεινά αιωρούμενα σαν κομφετί από άυλο υλικό σε πλήρη κινητικότητα, δημιουργούσαν μια μάζα που μέσα της βρίσκονταν σε πλήρη ανάπτυξη μικροί ανεμοστρόβιλοι.
               Κύματα γαλήνης με συνέπαιρναν, και διοχέτευαν ενέργεια σ’ όλο το σώμα μου, αναστέλλοντας όλες τις άσχημες σκέψεις που έκανα πριν. Δεν άργησα να καταλάβω ότι δεν πατούσα στο έδαφος κι εκτός απ’ αυτό μεταφερόμουν πάνω από τη λίμνη στη φωσφορίζουσα αγκαλιά τους. Κοπάδια με πολύχρωμα πουλιά πετούσαν τριγύρω μου, μεταδίδοντάς μου την λησμοσύνη και την ξεγνοιασιά που τόσο πολύ χρειαζόμουν.
               Άλογα με φτερά χλιμίντριζαν στις όχθες της μεγάλης λίμνης, δίπλα-δίπλα με λιοντάρια, τίγρεις και ελάφια. Ακουμπούσαν τις μουσούδες τους το ένα στο άλλο πειραχτικά, σε μια ασυνήθιστη συγκατοίκηση, ενώ τα νερά της λίμνης μ’ ένα ελαφρύ φλοίσβισμα συμμετείχαν στην απροσδόκητη συνύπαρξη και τη διεύρυναν καθησυχαστικά.
               Όπως ανεβαίναμε, είχα πληρέστερη εικόνα της περιοχής όπου βρισκόμουν. Η κάτοψη του χώρου αναδείκνυε ένα κλειστό οροπέδιο, με βουνά γύρω-γύρω πλημμυρισμένα στο πράσινο, και γύρω από τη γραμμή του ορίζοντα υπήρχαν σκόρπια σύννεφα κι ουρανός.
               Σου έδινε την εντύπωση πως βρίσκεσαι πάνω σε ιπτάμενο νησί. Σε λίγο προσγειωθήκαμε σ’ ένα καταπράσινο ολάνθιστο λιβάδι. Πάτησα προσεχτικά και οι φωτεινές φιγούρες άνοιξαν μεταξύ τους και ξανάγιναν αυτοτελείς φωτεινοί όγκοι. Παρόμοια όντα μας πλησίασαν κρατώντας θύρσους και θυσάνους και από διάφανες ίνες τόνιζαν το περίγραμμά τους. Γινόταν αντιληπτό ότι ήταν οι προεξάρχοντες σειληνόμορφοι σ’ αυτόν τον κώμο της φύσης.
               Στο λιβάδι υπήρχαν διάσπαρτες συστάδες θάμνων και μεταξύ τους έσφυζε ζωή με εξωτικά πουλιά που τσιμπολογούσαν αδιάφορα σε ένα μονόχρωμο τάπητα κόκκινου χρώματος από μικροσκοπικά φυλλαράκια, σαν προστατευτικό δίχτυ του εδάφους. Στις πιο παχιές στρώσεις προεξείχαν καστανόξανθοι σπόροι διαφόρων διαστάσεων. Κατάλαβα αμέσως ότι μάλλον εδώ ήταν ο σιτοβολώνας των πουλιών. Εντελώς απροσδόκητα στη δεξιά πλευρά, στο σύνορο με το δάσος, οι διαχωρισμένοι χρωματιστοί άρχισαν να αλλοιώνονται από ένα μετακινούμενο σύννεφο επιδρομέα, που λικνιζόταν χορευτικά, βαθυγάλαζου χρώματος. Η πυκνότητά του άλλαζε από τη μια στιγμή στην άλλη σα να έπεφταν κομμάτια ουρανού στη γη. Σαν αόρατο χέρι ζωγράφου που προσπαθούσε να μεταμορφώσει χρωματικά το τοπίο.
               Πλησίαζαν προς το μέρος μας σαν κυματιζόμενα πέπλα που τα παρέσυρε ο άνεμος, παρόλη τη νηνεμία που επικρατούσε. Σε λίγο σμήνη από πεταλούδες μας κύκλωσαν σε όλες τις αποχρώσεις του μπλε· το θέαμα ήταν φαντασμαγορικό. Μετά από λίγο μας ελευθέρωσαν μετακινούμενες δώθε και ’κείθε, αλλάζοντας για λίγο την όψη της φύσης από τις ακαθόριστες διαδρομές τους σαν εξίτηλη στιγμιαία μεταμόρφωση της φύσης.
               Οι φωτεινές φιγούρες ξωτικά μου έλυναν σταδιακά όλες τις απορίες μου με υποσυνείδητη μεταφορά.
               Ήταν λοιπόν τα πρωτοσυνείδητα όντα του άγραφου χρόνου πριν από την εμφάνιση των ανθρώπων με τη σημερινή τους μορφή που ανέπτυξαν τον πυρήνα της αυτοτέλειάς τους χωρίς να λάβουν ένα συγκεκριμένο σχήμα, δεν το είχαν ανάγκη άλλωστε. Δεν αναλώθηκαν σε αισθήσεις και συναισθήματα κυριαρχίας και υπεροχής αλλά συνέδραμαν σ’ ένα και μοναδικό σκοπό: στην αλληλοσυμπλήρωση της ύπαρξης με όλα τα στοιχεία της φύσης.
               Μπορούσαν μ’ ευκολία ν’ αυτοκαθορίζονται ώστε να προσδίδουν στον εαυτό τους ιδιότητες ανάλογα με τις ανάγκες της αιώνιας κίνησης του όλου.
               «Συμμεριζόμαστε την αγωνία σου ν’ αντιληφθείς τα όσα συμβαίνουν γύρω σου. Να ξέρεις πως μαζί συγχρόνως οδηγηθήκαμε σε τούτη εδώ τη συνάντηση κι αλληλένδετοι. Το προκάλεσες όμως εσύ, εσύ ανακάλυψες τις συντεταγμένες και τις συνιστώσες, όπως επίσης τις διαδρομές μέχρι τη συνάντησή μας, με τις πράξεις σου και τη διαφορετικότητά σου. Επειδή χρόνια επαναπροσδιοριζόσουν, άλλαζες, άλλοτε με αργά βήματα κι άλλοτε συγκρουόμενος με τις αισθήσεις σου. Έσπαζες αρκετές φορές το απείκασμα της αντίληψής σου, διαλύοντας τα κεκτημένα του μυαλού σου. Κατέστρεφες επίπλαστες και συντεχνιακές κατασκευές και σύνολα στοιχειωμένα που σε αυτοκαθόριζαν, μήπως κι ελευθερώσεις κατ’ αυτόν τον τρόπο κάποιο παγιδευμένο ανομάτιστο κι ανοίξεις έστω ένα λαγούμι στον κήπο του εφησυχασμού κι ανακαλύψεις μονοπάτια της ψυχής απόκρημνα μα σωτήρια, με βράχους από κατολισθήσεις στο διάβα του φθαρτού ώστε να οδηγηθείς στον τόπο της μεταλλάζουσας αλήθειας.
               Στον τόπο της επαγγελίας της ψυχής σου...


Photo: ©2008-2012 =00AngelicDevil00

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Το όνειρο σου ήταν πολύ συναρπαστικό και μεγάλο!Μήπως κάποια από τις φιγούρες σου θύμισε κάποιο συγγενη, φίλο ή γνωστό σου?