Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΚΑΤΑΒΑΣΗ


 

   

…βάδιζα στην ακροθαλασσιά δίχως τα δεκανίκια
Του αμφίδρομου εαυτού μου ενώ πριν
Είχα γεμίσει όλες τις τσέπες μου με βότσαλα
Δυσεύρετα και χαραγμένα με τον Θεϊκό αριθμό
Και με υμνολόγια αρχαίων ποιητών
  
Φορούσα το γιορτινό μου κοστούμι ενώ
Απρόσμενα μια εσώτερη φωνή με καλούσε
Να πράξω στην υπέρβαση…
Πολλά χρόνια το ανέβαλλα τώρα ένιωθα έτοιμος
Έβγαλα τα παπούτσια μου τ’ απόθεσα στην άμμο
Και μετά προχωρώντας προς το κύμα
Άρχισα σιγά – σιγά να χάνομαι  στο νερό
Ανάσαινα χωρίς κανένα πρόβλημα
Όπως σεργιανούσα στο βυθό!...Ναι είδα!...
Όλα αυτά τα μυστήρια των μυημένων στο άγνωστο
Νερένιες φυγούρες όπως πάλλονταν
Με ακολουθούσαν ειρηνικά
Καθώς το παραπέτασμα του ορατού κόσμου
Είχε ανοίξει τις πύλες του

Όταν το πρωί σηκώθηκα από το κρεβάτι μου
Στα παπούτσια μου είχαν φυτρώσει φύκια
Πλένοντας το πρόσωπό μου στο νιπτήρα
Το είδωλό μου δεν υπήρχε στον καθρέφτη
Ήμουν πια ελεύθερος!

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αναφορά στον τελευταίο στίχο: λοιπόν, ήταν ανάβαση.

Γιάννης Δ.

Ανώνυμος είπε...

...η έμπνευση αυτού του ποιήματος ΄προέκυψε από την όμορφη συνεύρεσή μας στο σπίτι μου και από όλα αυτά τα όμορφα και σοφά που έλεγες εκείνο το βράδυ!!!...σου το αφιερώνω λοιπόν Γιάννη Δεληολάνη.

μαρίνος καρβέλας

Ανώνυμος είπε...

ευχαριστώ για όλα...

Γιάννης