Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

(...θα πρέπει να μετατοπίσουμε την Ελλάδα μας, από το σταυροδρόμι που θέλησε η μοίρα της να είναι, σ’ εκείνη τη μετέωρη χώρα του Γκιούλιβερ που ταξίδευε μέσα στα σύννεφα… υποχρεώνει το λαό μας ν’ απορροφά αλλότριες  επιδράσεις,  αφήνοντάς  τον να μας υπερφαλαγγίσει… τη βιομηχανοποιημένη, την αγοραία μορφή της επίδρασής του…  αν δεν αντλήσουμε τη δύναμη από τις δικές μας ρίζες...)

Θ. Σ. ΕΛΙΟΤ  Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ [ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Γιώργου Σεφέρη] – ΙΚΑΡΟΣ


Από μικρό παιδί, προσπαθούσα ν’ αντιληφθώ τα αντικείμενα ως θραύσματα,
πριν δηλαδή μου παρουσιαστούν με την τελική τους μορφή. Η περιέργειά μου με οδηγούσε ώστε να σπάζω βάζα και να κομματιάζω παιχνίδια, για να ανακαλύψω το κρυμμένο μυστικό τους. Ουδόλως μ’ ενδιέφερε να εντυπωσιάσω τους μικρούς μου φίλους, όταν
προσπαθώντας μετά ήθελα να τα συγκολλήσω ή να τα συναρμολογήσω.

Θεωρούσα δε τους μάγους στις σχολικές εορτές αρκετά βαρετούς, ώστε να θέλω να τους μιμηθώ. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως ήθελα μ’ αυτές τις αταξίες μου να ενώσω παρελθόν και μέλλον, σωρεύοντάς τα σαν ενεργά εξαρτήματα, ούτως ώστε να επανέλθουν στην πρότερη κατάστασή τους αυτόματα, ή από μόνα τους ενδεχομένως, ν’ ακολουθήσουν μία άλλη προοπτική – παράμετρο– αναδημιουργίας. Όταν αργότερα εγκατέλειπα την προσπάθεια αμήχανος, αντιλαμβανόμουν ότι μου διέφευγε κάτι στο εγχείρημα, που θα το ανακάλυπτα, αυτολογοκρινόμενος μέσα μου, όταν μεγαλώσω.

Στην ουσία, κατασκόπευα κάποια επιλεγμένα κομμάτια που έκρυβα επιμελώς σε διάφορες κρυψώνες στους φράχτες του αμπελώνα στο εξοχικό μας σπίτι, πιστεύοντας ότι θ’ αναγεννηθούν. Όταν επίσης προσπαθούσα να περπατήσω, κάνοντας βήματα προς τα πίσω ή κατακόρυφο κινούμενος με τα χέρια, πίστευα ενδόμυχα πως όλα μπορούν να συμβούν. Προσπαθούσα  μ’ αυτό τον τρόπο ν’ ανατρέψω τους νόμους της φυσικής και την πεπατημένη της αντίληψης, επηρεασμένος από τη μυθολογία.

Αναρωτιέμαι τώρα, μήπως τα παιδιά προσεγγίζουν βαθύτερα νοήματα αλλά δεν μπορούν να τα εκφράσουν, και θα έπρεπε η επιστήμη ν’ ασχοληθεί εκτενώς στο μέλλον μ’ αυτό το θέμα. Ο Λόγος, ο Χρόνος και ο Χώρος ήταν οι κρίκοι που μου έλειπαν στην παιδική μου ηλικία και η απήχησή τους στις διάφορες εκφάνσεις της καθημερινότητας, και που φυσικά δεν μπορούσα ν’ αντιληφθώ. Δεν ήθελα να βιώνω τα πράγματα και ιδίως το χρόνο και το χώρο εσωτερικά. Ο κυκλικός χρόνος, όπως μας δίδεται με τις εποχές του, με αποσυντόνιζε κι ένιωθα ότι με φυλακίζει μέσα σ’ ένα κύκλο και, προσπαθώντας να δραπετεύσω θυμάμαι, έλεγα τους μήνες στο δάσκαλό μου όταν με ρωτούσε περιπαιχτικά, χωρίς την σειρά που έπρεπε, αλλά στην τύχη και συνειδητά, σε σημείο που να πιστεύει ότι δεν έχω ειρμό στη σκέψη μου και είμαι προβληματικός. Το κτίριο του σχολείου το ήξερα καλύτερα από το σπίτι μας, έχοντας μετρήσει με τις πλάκες τις αποστάσεις του από πόρτα σε παράθυρο και τα σκαλοπάτια σε μήκος και πλάτος, όπως και τον περίβολο με τα πέλματά μου.

Βίωνα το χώρο γεωμετρικά και όχι εμπειρικά, όπως αναφέρει ο Στέλιος Ράμφος στο βιβλιαράκι του ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (εκδόσεις Καστανιώτη) και που αναφέρει προφητικά – βλέπε σήμερα την κρίση που περνάμε – ότι εμείς οι ανατολίτες (Βαλκάνιοι και Άραβες) εμμένουμε να βιώνουμε το χρόνο εσωτερικά και το χώρο εμπειρικά, εν αντιθέσει με τους δυτικούς λαούς. Αυτό σημαίνει πως είμαστε δέσμιοι των παραδόσεων, της οικογένειας και της θρησκοληψίας, εσωστρεφείς κι εγκλωβισμένοι μέσα στον ανιστορικό  χρόνο μέχρι σήμερα, παραβλέποντας την ιστορία και την ιστορικότητα του, ενώ θα έπρεπε όλα αυτά να συνδέονται με το μέλλον με εξωστρεφή ματιά, και όχι "με την οικεία μας ράθυμη παθητικότητα", όπως αναφέρει. Προσπαθώντας να τον ερμηνεύσω, θα έλεγα ότι αναφέρεται στην οικουμενική αντίληψη των καταστάσεων που πρέπει να έχει το κάθε άτομο και στην ικανότητά του ν' αντιλαμβάνεται τη θέση του στον παγκόσμιο χάρτη της ανθρωπότητας, προσφέροντας και δημιουργώντας μακριά από εθνικισμούς και προκαταλήψεις πολλών πραγμάτων – σε κλειστές κοινωνίες και θρησκοληψίες.   

Αφήνοντας πίσω τα αντιδραστικά χρόνια της παιδικής και της εφηβικής μου ηλικίας, και κατασταλαγμένος όσο δύναμαι σήμερα, αλλά και αμφισβητίας πολλών καταστάσεων, προχωρώ ακροβατώντας με τις δεκάδες παραμέτρους των πράξεών μου. Τη σωτηρία μου, όπως σοφά αναφέρει ο Στέλιος Ράμφος, δεν την εξαπέστειλα στους ουρανούς, αλλά τη μεταφέρω στους ώμους μου καθημερινώς. Η διακύβευση δεν είναι η λύτρωσή μου, αλλά οι πράξεις μου και η στάση της ζωής μου έναντι των άλλων, όπως και η αλήθεια  που ως άτομο αποδέχομαι με την απόλυτη ελευθερία της έκφρασης.

Μία από τις λέξεις που με καθηλώνει είναι «η προοπτική» να βλέπεις πριν κοιτάξεις – δική μου ερμηνεία. Όλες αυτές οι θεωρίες άνευ της επιστημονικής τεκμηρίωσης, ωσάν θέσφατα, με πυξίδα μόνο τον εμπειρισμό και το βίωμα στον ανιστορικό χρόνο, με αποπροσανατολίζουν και μου δημιουργούν ένα περιβάλλον που αρνούμαι να συμπράξω.

Η προδιάθεσή μου, λοιπόν, σε όλα όσα υπάρχω και κινούμαι, είναι να τα διασπώ ερμηνευτικά, ώστε να μπορώ να αντλώ όσο γίνεται περισσότερα στοιχεία από την υπόστασή τους. Στο κείμενο που ακολουθεί, πειραματίζομαι με το παιχνίδι των λέξεων με το Λόγο, προσπαθώντας να τον ακυρώσω, από τις λέξεις ως συνήθη νοήματα – δεκανίκια – και να τον εισάγω σ’ ένα στερέωμα απυρόβλητο και αυτεξούσιο, ακόμα και μέσα από τη σιωπή στα περιθώρια των γραμμών και των σημείων στίξης. Η μόνη σταθερή πράξη της ζωής μας είναι η σύμβαση του τέλους. Παίζοντας χαρτοπόλεμο με τον ουρανό, μπορεί να τον κρύψεις για λίγα δευτερόλεπτα, όμως θα βρίσκεται συνέχεια εκεί.

 
ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ
(Το άυλο σώμα τού είναι μου στο μη είναι)

Το σώμα ασώματο και του αοράτου σώμα μου, σε μία άδηλη σύμβαση με το άυλο, μεταβάλλει τη σύμπραξη τού εμφανούς με το μη εμφανές, σε αντιπαράθεση και με ασαφή εσωτερική κίνηση τού συμβατού στο ασύμβατο, ενώ η καρέ – καρέ εν δυνάμει πληρότητά του, αναγιγνώσκεται μόνο δια της άγνοιας, ωσάν να ήθελε η σκιά μου να κρατά τα ηνία της πληρότητας στο διηνεκές.

Η αντίφαση ή το απροσδιόριστό του αθροίζεται σε εσώτερα σχήματα εικόνων, ώσπου να σπάσει ο αντίρροπος ρυθμός της κίνησής του και κατακερματισμένο κατόπιν συναρμολογηθεί στο πεδίο της αντιύλης.

Ωσάν τις μη νοητές οντότητες σε ακροβασία αντανάκλασης καλειδοσκοπικών συγκρούσεων και αναστολών τού είναι. Λες και μες στην υπαρκτική μου οντότητα να είναι το αόρατο κέλυφος που με περικλείει.

Παίρνει σχήμα ανάλογο ενός ακαθόριστου σκοπού, ωσάν ενόραση και ως απόφαση από δύο πόλους, πνευματικής διέγερσης. Ένας αντίδικος σύμμαχος όπου με ταλαιπωρεί αποζητώντας σώστρα σε χώρους ενυπνίου, ενώ προσπαθώ με βήμα ακροβάτη ν’ ακολουθήσω τα σήματά του μ’ εσώτερο ειρμό ανακόλουθο. Αυτό το είναι συρρέει δίπλα μου ως περίγραμμα υποψίας. Επεκτείνεται ώσπου μια αοριστία απρόσμενα να το σχεδιάζει και να το ανταποδίδει, σε αντιστάθμισμα απροσπέλαστο της έλξης, καθώς διπλώνει τα αόρατα φτερά του μέσα σε εκπομπές της απάθειας μου. Αθροίζεται ως πρόσμιξη μη αναγνωρίσιμη ή κάποτε εκπίπτει ως αντίλογος υπόλογος κι ετεροκίνητος σ ’ένα αρχέγονο συν είναι. Ο πλάσιμο της κίνησης του από το χάος σε οιονεί αφύπνιση με ετεροχρονίζει με ενιαυτούς που αναγγέλλουν δρόμους της αλληλοδιαδοχής του από γενεών το απυρόβλητο, σ’ ένα εαυτό αόρατο, ανεξίτηλο και ανεπίκαιρο, που όμως μεταβιβάζεται επ’ άπειρον σε χωρία μαχών τού ασυνείδητού μου, ως εν δυνάμει συνδαιτυμόνας του τίποτα. Ευδοκιμεί σε προ αποφάσεις μου, καθώς κατοχυρώνεται μετά τον πεπερασμένο λόγο μου, σ’ ένα κύκλο διασύνδεσης μαζί τους, σαν αέρινο εντρύφημα της απραξίας μου. Με υποβόσκουσες υπενθυμίσεις απαιτητές άλλων ζωών και ως συλλειτουργός του γίγνεσθαι, ενώ προσδίδει στο παρόν κυματισμούς σύμπνοιας και εγρήγορσης άνευ κίνησης και, ακολουθεί διασυνδέσεις  αποκρυφιστικές οι οποίες μου ενσταλάζουν παροχές ενέργειας σε διόδους της μνήμης όπως τις διαπερνούν.

Με λοιδορεί σε διελκυστίνδα σαθρού σημείου αναφοράς, με εξουσία έσω σε μένα αλλά ανακόλουθης ως προς εμένα, με εκθέτη συνάφειας και συνάψεις  σε ενεργήματα θαρρείς αμφίπλευρα, όπου διαβαίνουν από την ηχώ της μη υποστάσεώς μου. Σε δρόμους και μονόδρομους, αναλόγως της ακτινωτής αντίδρασης τού είναι μου εφευρίσκεται, θέλοντας να φτάσει στο ανεξερεύνητο του κόσμου μου, ως αποστάτης συνοδοιπόρος. Η ακτινενέργεια τού Είναι του δεν γίνεται ορατή, σχηματοποιεί μόνο τη συναίνεση σε πράγματα αυθύπαρκτης μορφής τού συνειδητού τα οποία ανατρέπει κι αυτά μ’ ευκολία στη συνέχεια. Με τρόπο της ημιαυτόματης κίνησής του, σε όντα που με εμπεριέχουν ως σύναψη επικοινωνίας χωρίς ίχνος ή σημείο ζεύξης ή μιας αμέτοχης συνεισφοράς του στο εντελώς ανυπόκριτο στο πράττειν της ζωής. Μεριμνά ως επίπλαστη οντότητα στον Αντίλογο της συνείδησής μου.

Πόσα σχήματά του και μη, συνυπογράφουν πράξεις ή αναστέλλουν μέρες οδηγήτρες μου, ώστε να προγράψουν την τέχνη της ασυνέχειάς του σε τοκετούς χωμάτινων λέξεων του συνειδητού. Συντελεί ως σηματωρός της καταγραφής μου με σώμα ασώματο τού ορατού σώματός μου. Σε όλα ετούτα που με παρέχουν στο είναι μου καθώς με ηλεκτροδοτούν με άφατες συνάψεις προσκρούσεων τού ορατού καθώς με επιτείνουν στο χρόνο με τάση κυρίαρχη, αλλά ανάκουστης αναφοράς. Εξορμά από καταβολής μου και περιστρέφεται αρματωμένο με περιδινήσεις ανάτασης από το έρεβος σε εν δυνάμει έρεβος, προσπαθώντας απαστράπτον διά της απουσίας του, να φωσφορίζει τις αντανακλάσεις των συνειρμών μου. Άκαιρος ο δρόμος μου ως τάση υπέρβασης,  στις τόσες ανακολουθίες του, όπου εισπράττοντας διευκολύνσεις και μεγέθη ατελέσφορα του υπαρκτού, να με κυριαρχεί με φειδώ ή χωρίς φειδώ.

Στην περάτωση μιας κίνησής του, εισέρχεται ολόκληρο το ορατό είναι, με αλυσιδωτές διαβουλεύσεις ατεκμηρίωτες στο είναι μου. Ωσάν πέτρα που πέφτει στη λίμνη ή στο νερόλακκο και η αντίδραση με κύκλους, να βάζει όλη την επιφάνεια σε κίνηση και συνδιαλλαγή με χρονική ερμηνεία τού συν μηδενός.

Το ενέργημα του είναι ορατό μόνο στις παρυφές του απροσπέλαστου. Το σώμα το αφανέρωτο στο παραπέταμα του ορατού, γίνεται ο προπομπός και ο επεξεργαστής και ο παρόχθιος μεταφορέας των ιδεών τη συνήθειας, με προσέγγιση σε γλώσσα ανήκουστη ώσπου το μήνυμα να λαβαίνει το απόλυτο είναι στο μη είναι και να το επιχορηγεί στο άλλο στο παράλληλο και δεν  έχει τέλος η συντεχνία στο μη υπαρκτό.

Αφουγκράζομαι κάπου – κάπου τη διέλευσή του με ήχους πουλιών και μετεωρίζομαι στα ριζά της ανυπαρξίας του ως μετείκασμα και μέρισμα του χρόνου του.
Άραγε είναι ο Θεός των ανθρώπων ως επακόλουθο της συλλογικής επίκλησής του ή ο αγγελιοφόρος του μέσω αντίλαλων του υποσυνείδητου σε χωρία αυτόφυτων ενεργημάτων και ενέργειας.
 
– Δεσμεύεις την απόλυτη εκφορά μου στο είναι.
– Συστήνω δικαίωμα ακρόασης άνευ μεσολαβητή.
– Τι λες; Ανωνύμως είσαι μορφή αιθέρια και ανένταχτο επιπρόσθετο μιας ιδέας, αν συμφωνείς φυσικά.
– Ο κόσμος ονειρεύεται μαζί μου.
– Δεν υπάρχουμε μαζί είμαστε η συνδιαλλαγή του τίποτα.
– Πρακτικό
– Σαν ενθύμιο αντίγραφο σε ίδιο σώμα της μη επαλήθευσης.
– Επιφυλλίδα αταξίας θα έλεγες, με δικαίωμα να χορηγώ θεωρητικώς το εμπράγματο, όταν ακόμα κι αυτό επιδίδεται αορίστως στο επέκεινα του μη είναι σου.
– Σκανδαλώδες ! Να ξανακληθεί το υπερβατικό σε απολογία με επιπρόσθετα στοιχεία ως ένδειξη
μετάνοιας.
– Τι συνιστά τον κανόνα κατά τη γνώμη σου;
– Το χρήσιμο, χρίζοντας τού είναι το Άβατο ως λανθάνον του υπέρ είναι.

Στο σώμα τού είναι, το σώμα του – υπό αναίρεση – με συγκοινωνούντα δρώμενα όπως αλληλοσπαράσσονται,   θραύονται, επινοούν και απαξιώνονται. Αντιστρεπτοί χρόνοι υπό μορφή ασύμβατου, όπου κάθε τόσο η επιθυμία μετακομίζει σε ορίζοντα που πάλλει της νόησης. Με παρακαμπτήριες συνάψεις αρχών κι εξαρτήσεις, πελάγη με παλίρροιες ακινησίας, που αναλογούν σ όλα τα συναισθήματα με την πλανόδια συναίσθησή μου, σε απορίας πεδία.
 
Η επιμέρους άνομη σύμπραξη χωρίς εποπτεία στο ορατό σώμα μου, αλλά με συχνότητες όπου τις ανιχνεύει συνειρμός επεκτατικής βλέψης, καθώς αποστρέφεται  αδόκιμα, ώσπου να προκαταλάβει το ίδιο προαίσθημα πλευράς, μιας από τις πολλές παραμέτρους όπως επεκτείνεται σε σώμα Ασώματου συν εαυτού. Διασπάται συνεχώς και συνδράμει, αλλάζοντας θέσεις με άλλες πλευρές άλλης παραμέτρου, ανασχηματίζοντας αενάως το είναι στο είναι του υπέρ είναι. Τίκτει το παρόν σε διελκυστίνδα αορίστου χρόνου και σε μυστικό μονοπάτι ετεροχρονισμένης αντίληψης.

Στην αβάσταχτη ώρα του ανώνυμου τυπογράφου, εμπεριέχομαι και στην κάθε κίνησή του σείομαι, όπως σε παλινδρομικό έρεβος ενέχεται, ως παραστάτης μοναχικός που ευοδώνεται αυτοπροσώπως με τη συνήθη πορεία του, ενώ προσανατολίζεται από της κάθε στιγμής τα ορμέμφυτα και τις συντεχνίες του επίκαιρου ώστε να με επισκιάσει. Κι όταν ακόμη τη φωνή του ανταμώνω, συγχρόνως την αποποιούμαι πάνω στο φάτνωμα μιας σκέψης. Σε συναπάντημα τόσων απροσδόκητων εισηγήσεων με μνήμες υποθετικές κι άφαντες κι ενώ διατίθενται στο ενορατικό πεδίο απλόχερα, τις διασπώ με το άνθισμα ενεργημάτων της επιφάνειας του όλου, ωθούμενος από εφησυχασμούς της ρηχότητας, όπως με παρασύρει η στρεβλή διαίσθηση της όρασής μου. Πώς να διαπλάσω οντότητα όταν όλα ανατρέπονται. Μολονότι δεν ήμουν, δεν είμαι και αύριο ποιος ξέρει αν θα είμαι σε ετερόκλητο ορίζοντα αθροίσματος. Ενώ αυτό δίνει τόσες υπό προθεσμίες ώστε να υπάρχει, να μετακομίζει επάνω μου, αναπαράγοντας σχεδιαγράμματα υποψίας από φρούδες ελπίδες, χρισμένες με λήθη στη γοητεία τού ειπωμένου λόγου του, όπως καταλήγει χωρίς ίχνος αντίστασης αναγράφοντας μόνο μιας λεπτής ενθύμησης γραμμή πορείας, ανεδαφικής. Συμβαίνει καθώς προσπερνάω τις αεικίνητες λέξεις δίπλα στη λεωφόρο της ταχείας μετάβασης του νοήματος. Εκεί πάντα ως μεταβατικός σταθμός της περιπλάνησης και κοινωνός της υπό ύπαρξης, γεννώντας μονάχα ημερομηνίες προσπελάσεων και υλικό χάρτη του αθέατου εγκόσμιου.« Ανωνύμως μακρόθυμος  δημιουργεί τα εκμαγεία των διαδρομών μου και σωρεύει υλικά κατεδαφίσεων, ανείπωτου λόγου.»

Είναι όλα εκεί, όλα όσα είχα συναντήσει σχεδιάζοντας τη μονομέρεια μιας στιγμής του βίου μου κατά τη διάρκεια δύσβατης προσπέλασης. Μεταπράτες συνδυασμοί ακαταμάχητοι, μέσα στη φειδώ τους, παραβάλλουν τις ασυνέχειες με αυθάδεια μιας αφήγησης ζωής μυθιστορηματικής με ανακυκλώσιμα  χρονικά. Ποιος να πιστέψει πως δεν υπήρξα άραγε στη πράξη κι απλώς κάποτε είχα μετακομίσει σε άλλης ζωής την εκδοχή και την επικράτεια και παράλληλα να την αντέγραφα σαν να ήταν δική μου; Με συνθέσεις όπου η μια υπεισέρχεται στην άλλη, ως χτίσμα μεταβατικό, με στοιχεία, σύνολα, αντίγραφα αντιγράφων, έως διαστρικών κυκλοτερών όντων την κίνηση, συνοψίσεις αρχών κι εξαρτήσεις σε παλιρροιακά κύματα ακινησίας. Όταν συσπάει μ’ ένα ποίκιλμα το σώμα ασώματο, τότε ανελκύει η συγκυρία μυστικό σταθμό απείρων υποστάσεων με αποβάσεις επιθετικής αλληγορίας και πολυκέλαδων ενστίκτων. Κάπου ύστερα, ξέρει να κρύβεται πάνω στα βήματα της σιωπής. Επιστρέφει με πονήματα παρατήρησης φθείροντας με ανήσυχα λόγια ανάκουστα, τα δεδομένα του. Δεν θα νοθεύσει τη σύσταση του ακόμη κι αν σιωπήσει ολόκληρο το εμφανές αντίβαρό του, καθώς οδηγείται σε ακροτελεύτια εκπνοή περιοδική αυτοβούλως κι ύστερα ανασταίνεται σε υπέρθεση επάλληλη. Δονείται αδιάκοπα μέσα στην αρρυθμία του, προς το μέρος της οφθαλμαπάτης, εξασκώντας ότι το συστηματοποιεί στην άγνοια του ακροατή καιρού. Ο ήχος του συστέλλεται τόσο, ώσπου μόνο το υπερβατικό συντελεί τους αρμούς του και στο λόγο του, ταράζοντάς τον με συνέπειες αδόμητες, ανένταχτες κι ανεξήγητες.

Στην απροσπέλαστη θάλασσα του αοράτου λάμνει και από εκπρόθεσμες συντεχνίες αποβιβάζεται και σε ανεξιχνίαστες πορείες θριαμβολογεί, μαζί με το δίλημμα του δυισμού με αποφάσεις σε εκτάσεις του νοητού κατακτημένες, που όμως υπό το φως της αναίρεσης  θορυβεί  με την άπνοια της μη ανάσας του. Όταν το ορατό επιμερίζει ευθύνες διευρύνοντας τις μεταστοιχειώσεις της ημέρας, επιστρατεύει την αρχηγία του, διυλίζοντας τις σκοπιμότητες σε ιδέες αιωρούμενες στο πουθενά. Βακχείος έχει περατώσει κάτω από τον ορίζοντα του φωτός το δρόμο της ανακολουθίας του, στο υπό σύσταση αναμενόμενο και καιροφυλακτεί άοπλο υπό αναίρεση. Δεν βλέπω τα μάτια του, είναι όμως γύρω μου κι απέναντι σαν άποψη. Καθρέφτης του λόγου μου, καθώς εμείς οι δυο συνωθούμαστε στις πράξεις μας και μήτε η ασκητική ενόραση δεν μας διακρίνει, αφού ερμηνευόμαστε από δυο κρατήρες με την ίδια πηγή λάβας αντίστροφα σε στιγμές στάχτης και αναδημιουργίας.

Όταν διθυραμβικά κάπου – κάπου συνταυτιζόμαστε και αλληλοσπαραζόμαστε συγχρόνως, γεννώντας ένα αποτέλεσμα δισυπόστατο αρραγές κι ανεξιχνίαστο του Είναι στο Είναι σ’ αυτό που δεν ΕΙΝΑΙ, σιωπώντας κάνουμε  ανακωχή προαιώνια, αλλά πάντα είμαστε ετοιμοπόλεμοι. Το ασώματο  σώμα ίσως είναι ο Λόγος, το παν είναι στο είναι, η θέαση του παντός, το καθορίζειν  και ο Λόγος είναι ο Χωροχρόνος, το αρχέγονο φαινόμενο της κίνησης στο αεικίνητο φως. Ποιος ξέρει!


Αντίλογος β

* Το κείμενο διαβάζεται κι' αντίστροφα δηλαδή από το τέλος προς την αρχή, αλλά και αποσπασματικά. Το επιμύθιο ή το επίμετρό του – αλήθεια ή ψέμα – κρύβεται βαθιά μέσα σου. Αν το αντέχεις δεν έχεις παρά να αποδομήσεις τον εαυτό σου ή να τον αποσυναρμολογήσεις ή να του αλλάξεις ρότα στο τρόπο της ανάγνωσης .Στο περιθώριο της σελίδας επίσης ή στο ίδιο το ερώτημα που εσύ θέτεις, θα βρεις τις απαντήσεις. Ακόμα κι αν διακόψεις την ανάγνωση θα επιμένει να υπάρχει ασυνείδητα σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς σου και θα αντικατοπτρίζεται στα μάτια του περίγυρού σου.

Πόσες φορές η τόση αμάρτυρη αχρειότητα που μ’ εμπλέκει εν αγνοία μου σε στιλπνότητα αφής περιαιρετή, όπου ο λόγος του Λόγου επιστρέφεται στον αποδέκτη του αναπόδεικτος, και με συνταράσσει τόσο, ώστε σμίγω με το απαθές και εξοβελίζομαι στο εκείθεν, ενώ το σώμα μου, με διακατέχει απρόθυμο και ωσάν σκίαση αμαυρώνει το φως.
 
Όλβια εντροπία άρρητη γεννώ, σε περιοδική σύλληψη όπως συντάσσει εικόνα. Και πόσες φορές απλώνει το νόημα έξω από την ζωή στην τέταρτη διάσταση, περιγελώντας με.

Ωσάν σκαλιέρα που ξεδιπλώνεται έως το παραπέτασμα του ατέρμονος. Σαν σε αντίστροφη σταθερά το επιτείνει με το ανεξερεύνητο του πεπραγμένου του. Όπως ψηλαφεί μέσα σε ρήγματα διαλογισμού, ταξιδευτές του φωτός σε αντικατοπτρισμούς ανεξερεύνητους.

Αφήνομαι να εμπλακώ μαζί του σε θεία οδύσσεια και στο κώμο του με ατρύγητο κρασί μεθάω, στη σύλληψη επέκτασης του μη υπαρκτού, ψάχνοντας σε σκοτάδια αντίμαχο ιδεατό ον, ανερμάτιστος και σαν αγρίμι σε κλωβό σε διαίσθηση αντίδρασης την πτώση ώστε να αποδράσω.

 
Αντίλαλος α

Δεν είναι η αθέατη όψη καθώς τη σμιλεύει όπως σπαράζει φωνή ώστε να την διαποτίσει. Του πεπερασμένου το άγγιγμά της επίγνωσης είναι που με οδηγεί στο ανοίκειο. Και πλήθυνε στη γλώσσα μου τ’ ανέκφραστο με πλεούμενα ερωτήματα στις φλέβες του χρόνου, που ζητάνε όνομα και σχήμα.

Πάλλουν να εξέλθουν στο αυτονόητο και να περιδινήσουν το αμετάβατο, όπως αυτό καταρρεύσει.
Εκτρέπεται με πλήρη αναίρεση, σαν σκέψη απόλυτη που στροβιλίζεται ώστε να συμβάλλει στο ωκεάνιο ορατό.

Παραστάτης του όλου επιβιβάζεται στο απόλυτο μηδέν, ψάχνοντας έστω ένα βήμα του ανεξερεύνητου, ανεξήγητου, σε αθώρητους ορίζοντες να αναβαπτιστεί και που τόσο επιθυμεί να εποικίσει, με το ειρήνεμα του πετάγματος.

Να πλεύσει θέλει στην αντανακλαστική διεργασία τού είναι του και, να επεκτείνεται ως το αντί είναι αλώβητος, με τα πρωτόλεια  των κρότων της γένεσης.

Μήτε ποτέ να τον τρομάζει το ασύλληπτο και ούτε να συλλογίζεται ως εκεί που κείται η επικράτεια της αδόμητης ετερότητας του, όπου θα την επικαρπίσει έως ότου την διαβεί- ως της τετελεσμένης παρουσίας περιώνυμος.

* ΒΟΗΘΗΜΑ:  Ήθελε να μάθει να περπατά στον ουρανό ο μικρός Μαρίνος και σκαρφάλωνε στα δέντρα . Έτρεχε με το ποδήλατό του προσπαθώντας ν' ανέβει στο φεγγάρι και στ' όνειρό του. Χαμογελούσε στα πουλιά με ολοφώτιστη ματιά. Ο ΛΟΓΟΣ είναι υπερκείμενος στο ΟΛΟΝ. Τα χρώματα ,τα λουλούδια ,τα βουνά ,η θάλασσα ,ο άνεμος και η σιωπή έχουν φωνή.

Αντίλαλος β

Μια τεθλασμένη νοητή γραμμή τον παρασύρει στη σχάση της αντίληψης, που εκεί βρήκε τις υπώρειες ανέντακτες δέσμες επινόησης που σηματοδοτούν  τα υποκείμενα ερήμην όλων, σε ανάγλυφες εκφάνσεις ρέουσες.

Όλα τα συνοψίζει σε έξεις καλειδοσκοπικές, με ιριδισμούς ορατούς και αοράτους, αναλόγως του ύψους της ακρόασης και του δομικού δυναμισμού της αναστολής τού είναι του, με τη ροή του μέσα στο όλο είναι.

Οι επιστασίες του υποσυνείδητου τον συνέταξαν ώστε να επαληθεύεται σε αμάλγαμα συνόλων σε υπερβατικούς δρόμους που δύναται αυτάρκης ως εικόνα μίξης να περιπλανάται, και να τίκτει ως υδρόφιλος, αέρινος και επουράνιος μαζί .

* ΒΟΗΘΗΜΑ: Ο Αβορίγινας  σ’ ένα σκουριασμένο κονσερβοκούτι στο δάσος του, ανακάλυψε την Ευρώπη και την Αμερική. Ένας χρυσοθήρας οραματίζεται την παγκόσμια ειρήνη. Ένας σβώλος από χώμα μπλόκαρε το on off  της Πομπηίας.

Αντίλαλος γ

Ζητά να κάνει σώμα του το περίβλεπτο του άναρθρου λόγου και ωσάν ξενιστής να το αναγεννήσει. Και να μες στη σιγαλιά της νηνεμίας του, σμίγει επί ψυχής το αδιανόητο.

Η αναρρίχηση του στο απόλυτο κάθετο νόημα με παραμέτρους σ’ εναλλασσόμενους πυρήνες αυτογνωσίας, τον έχει κατακλύσει. Όπως οι δοξασίες του αιώνιου τον τριβελίζουν, καθώς τέρπει με ενστάσεις υπερκείμενες και απρόσωπες, να επιμεριστεί την διακινούμενη κορυφή των πραγμάτων που αμέτοχη τον προσκαλεί να τον φιλέψει ουρανό. «Γείρε στο φως του να βρει ησυχασμό, το ανθρώπινο τον συγκροτεί προσωρινά.»

Μια συνιστώσα τού έλλογου όντος κι ένας ποιητάρης ανένταχτος στο μεταίχμιο του όλου και ανέστιος, αποφαίνονται με αντέγγραφα εξισώσεων του έσχατου ανέφικτου, όπως επιστρατεύεται ανεκπλήρωτος, στο διηνεκές της επικράτειάς του. Η φαντασία μοιράζει τεκμαρτά στους γαλαξίες δίχως να μπορεί να τους υπερβεί, ο λόγος ταξιδεύει αλώβητος.

Η παροντότητά του εκμηδενίζεται εσαεί και αναπλάθεται σε διελκυστίνδα προσομοίωσης ή αφομοίωσης και οι συνταξιδιώτες του ερμηνευτές, πράττουν συμβάσεις με είδωλα προσομοίωσης όπως και με τ’ ασύνθετα συν αυτά του, ώστε να τον σκιαγραφήσουν σε αμφιθέασης  το παραπέτασμα. Όπως ο αντίμαχος τού απρόοπτου που τον συντάσσει με το ενεργό αιτιατό του και από λογάριθμο ετερόχρονο τον αναδύει. Σε αποθηκευμένα επίμετρα σοφίας διεγείρεται και με επί χρόνου έμφυτης προσφοράς απαρτίζεται.

Η ενόραση μαζί του έλκει προμηνύματα από την αντίπερα όχθη της επενέργειας του.
Σε κινούμενης άμμου την αοριστία καταποντίζομαι μαζί του αλώβητος.
Απέρχεται η ευσπλαχνία του με οργή θητείας του ασύνθετου νοητού όταν τον τεμαχίζουν ερήμην του σε αυτεξούσιες πορείες πραγμάτωσης και σ’ ένα αφηρημένο κι αδηφάγο γίγνεσθαι. Παίρνοντας θέση εξεταστή επηρεάζει το δέον υποδόρια, ανατρέποντας το, κάποτε.

Προσδοκία θαρρείς επαμφοτερίζουσα με συντάσσει μαζί του και τον ακολουθώ.
Του αιθεροβάμονα το άφατο μέτρο με τέρπει, που στην ακριτομυθία του, αυτοαναιρούμαι.
Ή μήπως πάλι τον εσωφορεί το κενό, ιχνηλατώντας εσώτερα ανοδικά ρεύματα φωτός.

* ΒΟΗΘΗΜΑ: Ένα θραύσμα πυριτίου αναστατώνει τις χρηματαγορές όλου του πλανήτη. Το ντέμπα των Αβοριγίνων είναι το μάννα εξ ουρανού. Οι εθνικοί ύμνοι των χωρών της γης είναι τα παιδικά τραγουδάκια του σύμπαντος.

Αντίλαλος δ

Σε ηλεκτρικές θάλασσες καλωδίων μεταβαίνει.
Και να! συνομιλεί με το εκείθεν του παραπετάσματος της λάμψης του, ασύνδετος καθώς φωτίζει πρόσκαιρα, το απόλυτο απότακτο, όσο παρεισδύει στη σιωπή. Παίρνει το προάγγελμα στο ταξίδι της επιστροφής, στη μήτρα του φωτός του έγκλειστου, και του μη υπάρχοντος εδώ στο περιθώριο τού βίου κι ενώ προαναγγέλλεται το περιαυγές επιμύθιον του. Κοιτάζει την νοητή γραμμή του κόσμου μέσα σ’ ένα καθρέφτη, επιμερίζοντας το αδηφάγο  που κατατρώει τα πάντα γύρω του κι αναπαράγει κινήσεις καθορισμένες  και δυνητικά συμπαντικές. Ένας αλγόριθμος του συνειδητού η περιεκτικότητα του ωσάν εκκρεμές που επεκτείνεται στο ασυνείδητο και δεν συμμερίζεται το περίακτο της προ αντίληψης του. Στο αδιανόητο της περιρρέουσας απούσας αντιύλης του επιζητά φως. Ψάχνει ένα ανθιβόλι κλάσματος αναγωγής στο αυθύπαρκτο ασυνεχές που τον αναπαράγει, σφυροκοπώντας έννοιες και οιστρηλατώντας ονομαστές, με άγνωστο σώμα συν εαυτού και, ως παρονομαστής και εν κινήσει συνυπάρχει.

Κλυδωνίζεται χωρίς αισθήσεις, αποστερημένος επάρκεια συνειδητού, αλλά σε ομόκεντρο μετέωρο στόχο θησαυρισμένος, απομυζά την επίγνωση και σπαρταρά υπό δονούμενος με της αδράνειας την έμφαση, εμμένοντας σε μια άλλη ερμηνευτική διάνοιξη, μεγεθύνοντας το εν δυνάμει  σκότος με την αντίστιξη της προοπτικής.

Στο ενορατικό ενστικτώδες πεδίο σαν υπέρ οργάνου συναρμογής στο πρακτέο διαθλάται με την συνειρμική εκφορά του.

* ΒΟΗΘΗΜΑ: Ο ΖΑΚ ΝΤΕΡΙΝΤΑ ζει αυτός μας οδηγεί και μας αποδομεί και ο ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΙΝΤΕΓΓΕΡ σκάει στα γέλια. Οι ινδιάνοι είναι οι οσιομάρτυρες της καθολικής εκκλησίας. Αν ενώσεις με μία νοητή γραμμή όλες τις διαδρομές της ημέρας σου θα σου γράψουν αραβικά , σκέψου...

Αντίλαλος ε

Αιώνες αναμένονται ακόμη ώστε τα σήματα της ενόρασης ν’ αμβλύνουν το λόγο και ο χείμαρρος του αόριστου χρόνου, να λειάνει τις βραχώδεις όχθες του αδιανόητου και η γλώσσα της επαφής να ρέει από τους παλμούς του βλέμματος, με τις μυριάδες φωτοσυνθέσεις, αμφίδρομης διέλευσης. Και θα φαίνονται τόσο πενιχρά τα αλφάβητα της επικοινωνίας, σαν μια διάβαση λίθινης εποχής που διάνοιγε εκκολάπτοντας το πνεύμα, μέσα από δυσθεώρητα βάθη και με εσώτερο τριβέλι να εισάγει διάνοιξη στο επερχόμενο. Αποπειράται με προ-καταλήψεις το μελλούμενο και με προσεδαφίσεις σε προ εδαφική μεταβλητή, εισδύοντας σε άλλες επισταθμίες  χωροχρονικές με τους συντελεστές προωθητές του και με των μελημάτων της σύνταξης του απείρου. Απαρτίζεται στο συμβαίνον με αντίμετρα στο έλλογο τού ανθρωπίνως κατακτημένου κι ευμετάβλητου. Στο ενεργούμενο υποστέλλεται με αντιστρεπτό ενέργημα της πραγμάτωσης και έλκεται από την απόλυτη ελευθερία της μη επαλήθευσης του, σένα χωροχρονικό συρμό αυτοκίνησης, ατελεύτητης συνοχής . Η πεμπτουσία του διαθλάται και ανασχηματίζεται σε προεκτάσεις αναδρομικές και υπό σύσταση στο υποσυνείδητο και σε πύλες εισόδου συντεχνιακών συνόλων απείρων αισθητήρων.

* ΒΟΗΘΗΜΑ: Ο χριστιανός καθρεφτίζει το Θεό του, ο μουσουλμάνος σπάει τον καθρέφτη. Ο ΔΙΑΣ Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝ και ο ΑΡΗΣ άλλαξαν ονόματα σε ΒΡΑΧΜΑ, ΚΡΙΣΝΑ και ΣΙΒΑ. Oι ΒΑΛΚΥΡΙΕΣ σκότωσαν τους τριακόσιους του Λεωνίδα. Ο γράφων είναι ένας αιθεροβάμων.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

"ένα αποτέλεσμα δισυπόστατο αρραγές κι ανεξιχνίαστο του Είναι στο Είναι σ’ αυτό που δεν ΕΙΝΑΙ"

"Και πλήθυνε στη γλώσσα μου τ’ ανέκφραστο"

"πάλι τον εσωφορεί το κενό, ιχνηλατώντας εσώτερα ανοδικά ρεύματα φωτός"

"σπάει τον καθρέφτη"

Ενώνοντας την φιλοσοφία με την ενδοσκόπηση, στην διαλεκτικότητά του το πόνημα εμφανίζεται δύο και προϊον επίπονης σκέψης εκεί που στην ουσία είναι ένα και προϊόν, υποψιάζομαι, στην ουσία αυτόματης γραφής,
Αυτό που ενώνει φαινομενικά διασπάται,αυτό που φαινομενικά διασπάται ενώνει. Τα δύο είναι ένα."Δεν υπάρχει δεμός που να ενώνει τα χωρισμένα παρά η αγάπη"


Γιάννης Δ.