Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

ΕΡΗΜΗ ΠΟΛΗ


Μετρά τις ραγισματιές του σοβά
Το φως του ακάλυπτου. Η σκάλα υπαινιχτική
Εποφθαλμιά ντοκουμέντα ενοίκων με τις σκιές
Των τοίχων, ξεπροβοδίζοντας απουσίες.
Ύστερα τις ονοματίζει και τις πυρπολεί
Στην εξώπορτα.
Επικρέμαται η απορία των ήχων, καθώς
Σκορπά την τέφρα τους στην άσφαλτο,
Ανέγγιχτη του ανέμου, με ειδωλολάτρη καιρού το χέρι.
Παραπέρα ένα ζευγάρι παλιωμένα παπούτσια
Και μια μποτίλια κρασί, δίπλα από το σωρό
Με τα πολυκαιρίτικα έπιπλα από έξωση ζωής,
Ζητούν παραλήπτη άστεγης πορείας.
Η ετικέτα δωρίζει και τον οινοχόο που κλείνει
Το μάτι στην αυτοψία της παρέκκλισης.

Η μέρα των απολογισμών μόλις είχε παρέλθει άπραγη.
Η αβάσταχτη πολύβουη ζωή ενέχυρο στους διαφημιστές
Και στις μηχανές, αυτοεξορίζεται.

Έρημη πόλη, φανταχτερή, με τους δρόμους της αλλοτρίωσης,
Όπου πρέπει να πας, αλλιώς πως θα μάθεις
Το καθρέφτισμα των ματιών σου.
Όταν είσαι εκεί, πηγαίνεις αλλού ψάχνοντας μετά
Τ’ όνομά σου στον τηλεφωνικό κατάλογο.
Τη νύχτα ο γερανός της μοναξιάς μεταφέρει το σπίτι σου
Στη μάντρα του περιθωρίου.

Έχεις παραβεί την ορθότητα του σκηνικού, ο υποβολέας
Δεν βγαίνει από την κρύπτη του στα φώτα,
Δεν ρωτά, οι διάλογοι έχουν γραφτεί από στρατολογημένους
Ποιητές και δημοσιογράφους.
Η άγνοια πληρώνεται, ο δρόμος γίνεται παράδρομος, σφάλλεις,
Πώς να το ξέρεις όμως. Το συντακτικό και η ορθογραφία
Της όρασης σε γέλασαν γιατί φορούσες μάτια δανεικά.
Ο κομματάρχης στο βάθρο απόμεινε γυμνός, εσύ τον θέριεψες
Και δεν το βλέπεις. Το πλήθος κλειδαμπαρώθηκε στις συνήθεις
Συμβάσεις του, κι εσύ πάλι μόνος.

Άκου, θα κινηθείς αυτόματα στην αυταπάτη σου, ο ρόλος
Που σου δόθηκε έχει ρόδες, αφέσου στο οργανόγραμμα
Αυτό σε οδηγεί, το λογισμικό δίνει άφεση αμαρτιών
Αν το υπακούς. Είσαι αλλού μα είσαι εδώ, νομίζεις ότι είσαι εδώ.
Μα γιατί ρωτάς; Ποιος είσαι εσύ που ρωτάς;

Λες ότι η αμαρτία είναι αυταπάρνηση; Πως τολμάς!
Σε θάνατο, σε θάνατο τον άπιστο! 

Δεν υπάρχουν σχόλια: